Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

"Κατά Αυστραλία Πάθη μου" Ελένη Ρέτση


ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΕΙ ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

            Αγαπητέ αναγνώστη, κι εσύ κοινή γνώμη που κρίνεις ανελέητα, κάποιες φορές αμερόληπτα, κάποιες άλλες χρησιμοποιείς τη λαιμητόμο...
Παραθέτω στην κρίση σας μια δική μου, προσωπική ιστορία. Έπεσα θύμα σκευωρίας από άτομα της Άρχουσας Τάξης που το αυστραλιανό κράτος έχει τοποθετήσει σε θέσεις-κλειδιά για να υπερασπίζονται τα νομικά και ιατρικά δίκαια των πολιτών της φιλόξενης αυτής πολυπολιτισμικής χώρας. Εγώ απλώς θα σας παραθέσω τα γεγονότα, τα υπόλοιπα τα αφήνω στη δική σας κρίση. Θα ήθελα όμως να ξεκαθαρίσω ότι ο λόγος που αποφάσισα να δημοσιεύσω αυτή την προσωπική μαρτυρία μετά από τόσα χρόνια, είναι καθαρά εξαγνιστικός. Εκείνη την εποχή διασύρθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν πάρα πολλοί Έλληνες άδικα, εξαιτίας της απάτης που διέπραξαν ορισμένοι. Θα ήθελα λοιπόν να περάσω ένα μήνυμα προς όλους τους αρμόδιους σε αυτές τις θέσεις-κλειδιά: δεν ήταν όλοι οι Έλληνες ψεύτες και απατεώνες και καλό θα είναι στο μέλλον παρόμοια τέτοια τραγικά λάθη, να αποφευχθούν. 
          Η υπόθεση αφορά τον σοβαρό τραυματισμό μου - που δυστυχώς για μένα - συνέβη το διάστημα 1977-1982, την εποχή δηλαδή που τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης "οργίαζαν" με τα σκάνδαλα συντάξεων ορισμένων ομογενών μας που εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα προσκομίζοντας ψεύτικα ιατρικά στοιχεία προκειμένου να πάρουν συντάξεις από το Social Security. Έπαιρναν αποζημιώσεις από τραυματισμούς σε εργοστάσια και έφευγαν στην Ελλάδα -όπου δεν θα παρακολουθούνταν- και ζούσαν εις βάρος του αυστραλιανού λαού.
          Στην περίπτωση τη δική μου ταιριάζει η παροιμία "κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά". Η υπόθεση η δική μου λοιπόν, ήταν από την αρχή καταδικασμένη, διότι η απάτη που έλαβε χώρα την εποχή εκείνη, είχε δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας και γιατροί και δικηγόροι διακατέχονταν από προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση. Η υπόθεση η δική μου ήταν εξαρχής καταδικασμένη.

Η ζωή μου στην Ελλάδα και Αυστραλία

            Πριν προχωρήσω στα γεγονότα, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για τη ζωή μου. Έζησα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ορφάνεψα από μητέρα σε ηλικία μόλις δώδεκα χρονών και ανέλαβα να μεγαλώσω τα τρία μικρότερα αδέλφια μου. Στην Ελλάδα αγάπησα, ένιωσα το πρώτο καρδιοχτύπι αλλά και την πρώτη απογοήτευση...
          Αποφάσισα να φύγω από τη χώρα μου στις αρχές Ιουνίου, το έτος 1959, με τη ΔΕΜΕ (Διεθνής Εταιρεία Μετανάστευσης). Η ΔΕΜΕ, λειτουργούσε ως γέφυρα μεταξύ κρατών αποστολής και υποδοχής. Για μένα και για μια ομάδα κοριτσιών από την Πάτρα και τα γύρω προάστεια και χωριά, χώρα υποδοχής ήταν η Αυστραλία. Η Ελλάδα προσπαθούσε να συνέλθει από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ενώ η φτώχεια που επικρατούσε και οι ελάχιστες δουλειές έκαναν όλο και πιο επιτακτική την ανάγκη των νέων Ελλήνων για φυγή προς το εξωτερικό. Το διάστημα 1944-1949 η εικόνα της Ελλάδας ήταν θλιβερή: βομβαρδισμένες πόλεις, καμένα χωριά. Ποιος δεν πόνεσε με το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων; Ποιος δεν πονούσε βλέποντας συντρίμμια ολούθε. Ποιος δεν απελπιζόταν βλέποντας τους επιζώντες να προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές που ακόμα αιμορραγούσαν, να παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους αναζητώντας οπουδήποτε εργασία για να θρέψουν την οικογένεια; 
          Αυτές οι δυσμενείς συνθήκες ήταν που με οδήγησαν στην απόφαση να ξενιτευτώ. Ήθελα να εργαστώ, να βοηθήσω τον άνεργο και χήρο πατέρα μου και τα τρία ανήλικα αδέλφια μου. Ήθελα να μαζέψω λίγα χρήματα και να επιστρέψω στην πατρίδα...
          Έτσι έγινα κι εγώ επιβάτης του Ιταλικού υπερωκεάνιου Flaminia που μετά από ταξίδι ενός ολόκληρου μήνα, στις αρχές Ιουλίου 1959 έπιασε το λιμάνι της Μελβούρνης. Με περίμενε μια παλιά γειτόνισσα, φίλη και συμμαθήτριά μου από την Πάτρα, η Σούλα, η οποία με προξένευε -εν αγνοία μου- σε ένα φίλο του συζύγου της. Εγώ το έμαθα αυτό στα μέσα του ταξιδιού, όταν έλαβα ένα γράμμα της που μου ανέφερε τα σχέδιά της. Το γράμμα το διάβασα δυνατά και στις άλλες κοπέλες στο καράβι και καλαμπουρίζαμε, για την επιπολαιότητα της φιλενάδας μου. Μάλιστα σε ένα σημείο έγραφε: Πήγαμε στο Υπουργείο Μετανάστευσης και υπογράψαμε να σε παραλάβουμε εμείς. Έτσι δεν θα πας σε αυστραλιανή οικογένεια να εργαστείς για δύο χρόνια, βάσει της συμφωνίας που υπέγραψες.
Έτσι ήταν τα πράγματα. Μου τα είχε εξηγήσει ένας υπάλληλος της ΔΕΜΕ στην Πάτρα, πριν φύγω. Έπρεπε να ξεχρεώσω πρώτα το εισιτήριό μου, δουλεύοντας σε μια οικογένεια που μου είχαν κανονίσει μέσω της ΔΕΜΕ και μετά θα ήμουν ελεύθερη να βρω αλλού  εργασία και στέγη.  
Στο λιμάνι λοιπόν της Μελβούρνης με περίμενε η Σούλα και δύο νέοι άνδρες! Οι κοπέλες που ταξιδεύαμε μαζί με έπεισαν να κάνω μια δοκιμή. Να μείνω με την φίλη μου τη Σούλα και να γνωριστώ με τον νεαρό, να δούμε αν ταιριάζαμε. Έτσι κι έγινε. Βέβαια ο θεός Έρωτας είχε ήδη εκτοξεύσει τα βέλη του... Ο έρωτας με τον νεαρό Γιώργο Α. Ρέτση, ήταν κεραυνοβόλος! Σε μια βδομάδα αγοράσαμε βέρες. Τρεις μέρες αργότερα που τις παραλάβαμε, τις φορέσαμε ο ένας στον άλλον. Η πεθερά της Σούλας δεν το πίστευε...
- Μα, τι ασυλλόγιστες πράξεις είναι αυτές. Οι βέρες πρέπει να διαβαστούν από τον παπά!
- Τις ευλόγησαν οι καρδιές μας, κυρία Ειρήνη, της είπα.
Μια βδομάδα αργότερα πήγαμε στο Ληξιαρχείο και παντρευτήκαμε με πολιτικό γάμο. Μάρτυρες στο γάμο μου, η φίλη μου η Σούλα και ο Μανώλης, φίλος του γαμπρού.
Ο Γιώργος είχε έρθει στην Αυστραλία το 1957 και είχε νοικιάσει μια κάμαρα σε ελληνική οικογένεια. Ερχόταν στο σπίτι της Σούλας και του Κώστα κάθε βράδυ και καθόμασταν παρέα και βλέπαμε τηλεόραση: Η Σούλα, ο Κώστας, οι ηλικιωμένοι γονείς του, ο αδελφός του που ήταν ελεύθερος και η χήρα αδελφή του με το κοριτσάκι της που είχαν νοικιάσει τον δεύτερο όροφο ενός μεγάλου σπιτιού ώστε να βοηθιούνται στα έξοδα του ενοικίου. 

Που είναι το ταμείο ευρέσεως εργασίας;
                               
                   Ο Γιώργος Ρέτσης ήταν είκοσι οκτώ χρονών, ψηλός, ευπαρουσίαστος, ευγενικός και εγγράμματος. Αναγνώριζε και σεβόταν τα δικαιώματα των γυναικών, κάτι που το είχε διδαχθεί στη γενέτειρά του, το Κάιρο. Μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια. Έγραφε και μιλούσε απταίστως Ελληνικά, Αγγλικά και Αραβικά. Επίσης τα κατάφερνε και στα Ιταλικά και στα Γαλλικά. Είχε σπουδάσει ηλεκτρολόγος και ήρθε στην Αυστραλία όταν το Υπουργείο Μετανάστευσης της Αυστραλίας ζητούσε νεαρούς τεχνίτες από την Ευρώπη, την Αίγυπτο και άλλες χώρες. Έφτασε στην Αυστραλία, και συγκεκριμένα στην πόλη της Μελβούρνης με το αγγλικό πλοίο Caster Felsia, μαζί με γκρουπ δέκα ανδρών.          Υπάλληλοι του Υπουργείου Μετανάστευσης τους πήγαιναν σε Έλληνες που νοίκιαζαν δωμάτια σε εργένηδες. Έτσι βρέθηκε στο σπίτι ενός ελληνοκύπριου που είχε παντρευτεί Ελληνίδα και είχαν μια κορούλα, την Ελένη, τριών χρόνων και νοίκιασε μια κάμαρα που είχαν στο ισόγειο. Τα υπόλοιπα δωμάτια του διώροφου σπιτιού ήταν όλα νοικιασμένα.
               Την επόμενη κιόλας μέρα ο Γιώργος ρώτησε το σπιτονοικοκύρη που είναι το Ταμείο Ευρέσεως Εργασίας και πήγε κατευθείαν και ζήτησε δουλειά στο αντικείμενό του. Την ίδια κιόλας μέρα τον προσλάβανε στην εταιρεία Relower Stetson VC. Ένα χρόνο αργότερα πήγε να δουλέψει σε εταιρεία ηλεκτρισμού. Εκεί εργαζόταν όταν γνωριστήκαμε. Παντρευτήκαμε και μείναμε στην ίδια κάμαρα που είχε νοικιάσει ως εργένης...
               Τέσσερις μήνες αργότερα έλαβα και το πιστοποιητικό αγαμίας μου από την Πάτρα, που μου το έστειλε ο πατέρας μου και μαζί ένα γράμμα με τις ανησυχίες του για την απόφασή μου να παντρευτώ έναν άντρα που μόλις είχα γνωρίσει!
Ελένη, παιδί μου, ζητάς τη γνώμη μου, ενώ εσύ έχεις ήδη αποφασίσει. Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σου και εύχομαι να μην πέσω έξω. Δεν έχω λοιπόν παρά να στείλω την ευχή μου... Να ζήσετε με υγεία, να έχετε χαρά, ευτυχία και μακροζωΐα. Με πατρικούς ασπασμούς.
Ο πατέρας σου
Γεώργιος Κ. Φωτόπουλος.

               Η τέλεση του μυστηρίου του γάμου μας έγινε τρεις μήνες αργότερα, στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου στο Carlton της Μελβούρνης. Κουμπάρος που μας στεφάνωσε ο κ. Χαράλαμπος σπιτονοικοκύρης μας όπου με την σύζυγο του κα Ειρήνη μάς είχαν φερθεί σαν πραγματικοί γονείς. Το γαμήλιο γλέντι έγινε στη σάλα του σπιτιού τους με έξοδα του συζύγου μου. Βλέπετε, εκείνα τα χρόνια, οι Ελληνο αυστραλοί βοηθούσαν τους νεοφερμένους συμπατριώτες τους...
Δυο μήνες αργότερα μετακομίσαμε σε ένα διώροφο σπίτι που είχαν νοικιάσει η φίλη μου η Σούλα με τον άντρα της, τον Κώστα. Μας πρότειναν να μείνουμε στη μία κάμαρα ώστε να προσέχω την τεσσάρων μηνών κορούλα τους, την Ειρήνη, και να μην πληρώνουμε ενοίκιο. Αυτό θα βοηθούσε και τις δύο οικογένειες... Η Σούλα εργαζόταν οκτάωρο και χρειαζόταν κάποιον να της προσέχει το μωρό, κι εγώ ήμουν ήδη έγκυος και ετοίμαζα τα μωρουδιακά. Όταν προχώρησε αρκετά η εγκυμοσύνη μου, είπα στη φίλη μου ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω να προσέχω το μωρό γιατί το ανεβοκατέβασμα στη σκάλα με δυσκόλευε. Ήμουν οκτώ μηνών, σε λίγο θα γεννούσα και τα πράγματα θα δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο. Δεν θα μπορούσα να ανεβαίνω στο δεύτερο όροφο με το μωρό αγκαλιά. Ακόμα και οι δουλειές του σπιτιού, σφουγγάρισμα, πλύσιμο ρούχων γίνονταν με δυσκολία.
Η Σούλα έδειξε κατανόηση... «και εγώ στη θέση σου θα δυσκολευόμουνα», μου είπε.


Στην Αδελαΐδα (Νότιο Αυστραλία)

            Φεύγοντας από το σπίτι της Σούλας και του Κώστα, μείναμε σε μια κάμαρη στο σπίτι ζεύγους Ιταλών. Σε ένα μήνα γέννησα την κόρη μου, την Ευαγγελία που πήρε το όνομα της μητέρας του συζύγου μου. Τη φωνάζαμε Λίζα γιατί διαπίστωσα - όταν ήμουν στο νοσοκομείο που γέννησα, στο Queen Victoria Hospital - ότι οι Αυστραλοί δυσκολεύονταν να προφέρουν τα ελληνικά ονόματα. Καθήκοντα ανάδοχου ανέλαβε ο κ. Χαράλαμπος που μας στεφάνωσε. Τρία χρόνια αργότερα απέκτησα και τη δεύτερη κόρη μου. Υγιέστατη και όμορφη όπως και η πρώτη μας κόρη. Τη βάπτισε μια φίλη της αδελφής μου, Δέσποινας, και της έδωσε το δικό της όνομα Βαρβάρα  και τη φωνάζαμε Βάρβαρούλα και όταν μεγάλωσε τη λέμε "Barbara". Δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε και το στερνοπούλι μας. Ένας υγιέστατος κορίτσαρος, όμορφη σαν τις αδελφές της και έμοιαζε καταπληκτικά με τον πατέρα της. Βλέπετε, ο σύζυγος ήταν λιγάκι πιωμένος όταν επιστρέψαμε στο σπίτι από γάμο φίλων μας... Την βάπτισε μια οικογενειακή φίλη  μας. Το όνομα που δώσαμε ήταν επιθυμία του συζύγου και φυσικά με βρήκε κι εμένα σύμφωνη. Πήρε το όνομα του παππού της Αναστάσιου Γ. Ρέτση, Αναστασία    Stacey.
          Οκτώ χρόνια αργότερα ήρθαμε στο Σίδνεϊ. Η δουλειά του συζύγου ήταν πιο επικερδής και μείναμε δύο χρόνια. Βρήκαμε όμως ότι τα ενοίκια ήταν πολύ ακριβά όπως επίσης και το κόστος διαβίωσης. Εγώ εργαζόμουν μόνο με μερική απασχόληση λόγω των παιδιών. Έτσι, φύγαμε για την Αδελαΐδα γιατί ο σύζυγος βρήκε δουλειά με καλύτερη αμοιβή.
    
     
Whyalla SA

            Στην πόλη της Αδελαΐδας μείναμε δύο χρόνια. Μετά πήγαμε σε ένα παραθαλάσσιο προάστειο της Αδελαΐδας, στο Whyalla, όπου ο σύζυγος βρήκε πιο σίγουρη και πιο επικερδής εργασία. Η ζωή κυλούσε ήσυχα, παρέα με φιλικές οικογένειες ελληνοαυστραλών και αγγλοαυστραλών συνεργατών του Γιώργου και γειτόνων μας. Τα καλοκαιρινά βράδια καθόμασταν στη βεράντα του μπροστινού μέρους του σπιτιού. Δίπλα στις γλάστρες με τα όμορφα λουλούδια και κάτω από τον αστροφώτιστο ουρανό προσπαθούσα να θυμηθώ ό,τι σχολικό τραγούδι είχα μάθει στο σχολείο και το μάθαινα στα παιδιά μου. Άλλες φορές πάλι, στο πίσω μέρος τους σπιτιού, στην μεγάλη αυλή με τον κήπο και τα χορταρικά, έπαιζα με τα παιδιά διάφορα ομαδικά παιχνίδια που θυμόμουν από την παιδική μου ηλικία: αμπάρα, κρυφτό, γύρω-γύρω όλοι, την κολοκυθιά, την μπουκάλα, δεν περνάς κυρά-Μαρία... Τα παιχνίδια αυτά άρεσαν πολύ στα παιδιά μου. Ακόμα και σήμερα θυμόμαστε τα χρόνια εκείνα με νοσταλγία... Τα πρωϊνά πηγαίναμε για μπάνιο στη θάλασσα και το απογευματάκι όταν η θάλασσα τραβιόταν μέσα και απλωνόταν στα πόδια μας μια μεγάλη αμμουδερή παραλία, περπατούσαμε και μαζεύαμε καβούρια που είχαν βγει στην επιφάνεια λόγω της καθόδου του νερού.
          Άλλες πάλι μέρες πηγαίναμε σε διάφορα κοντινά προάστεια της περιοχής Whyalla: Port Lincoln, Port Pirie, Port Augusta κ.α. Κάποια Σαββατόβραδα, αφού τρώγαμε και κάναμε τα παιδιά μπάνιο, τα παίρναμε με τις πυζάμες και με το station wagon μας πηγαίναμε στον υπαίθριο κινηματογράφο της περιοχής. Βλέπαμε ταινίες κατάλληλες για τα παιδιά. Τα μικρότερα μερικές φορές τα έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο...
          Μια δυσκολία που αντιμετωπίζαμε εγώ και τα παιδιά ήταν οι μετακινήσεις μας λόγω του ότι ο Γιώργος δούλευε με βάρδιες. Έπρεπε να περπατάμε στο δρόμο που είχε κοκκινόχωμα και αγκαθωτά άγρια χόρτα που γρατσούνιζαν τα πόδια μας για να πάω την μεγαλύτερη κόρη στο σχολείο. Τριγυρνούσα με τις άλλες δύο κόρες - τη μικρή καθιστή στο καρότσι - πολλές ώρες στα πάρκα μέχρι να τελειώσει το σχολείο και να επιστρέψουμε στο σπίτι, την ίδια ώρα περίπου που ξύπναγε ο Γιώργος. Τάιζα κάτι ελαφρύ τα παιδιά μέχρι να ετοιμάσω το δείπνο. Ο σύζυγος έφευγε στις 8.00 για τη νυχτερινή βάρδια του και επέστρεφε την επομένη στις οκτώ το πρωΐ. Εγώ με τα παιδιά πάλι έξω να τριγυρίζουμε μέχρι να πάει η ώρα 3.30 μμ. να σχολάσει η μεγαλύτερη κόρη.


** ΑΜΠΑΡΑ (αμπάριζα):  Λέγαμε τη γωνιά που ακουμπάγαμε και παίρναμε δύναμη και που τη φυλάγαμε να μην την ακουμπήσει κάποιος αντίπαλος και μας νικήσει ολάκερη την ομάδα . Η κάθε ομάδα έχει την αμπάρα της . Με το μαρς βγαίνουν και οι δυο ομάδες και κυνηγιούνται . Κερδίζει η ομάδα που οι παίχτες της θα πιαστούν από τους αντιπάλους . Για να ξεκουραστεί  κάποιος που έτρεξε πολύ γυρίζει και ακουμπάει στην αμπάρα και μένει εκεί πίσω από την γραμμή που έχει τραβηχτεί σε μια μικρή απόσταση μπρος από την αμπάρα ώστε να χωρούν όλοι οι παίχτες της ομάδας . Εκεί λοιπόν ξεκουράζεται, παίρνει νέα δύναμη και ξαναβγαίνει στο κυνηγητό .



Danson Systems

            Τέσσερα χρόνια αργότερα ήρθαμε και πάλι στο Σίδνεϊ. Ο Γιώργος εργαζόταν σε εταιρείες ηλεκτρισμού, ενώ εγώ εργαζόμουν σε διάφορες εργασίες με μερική απασχόληση. Όταν η μικρότερη κόρη έγινε πέντε χρονών και άρχισε να πηγαίνει στο σχολείο, έπιασα οκτάωρη εργασία σε αυστραλιανή εταιρεία που τύπωνε ετικέτες (labels) με τιμές που παραγγέλνανε τα εμπορικά καταστήματα. Εκεί εργάστηκα πέντε χρόνια και τροφοδοτούσα μια μηχανή που λεγόταν slitter. Έβαζα στον τροχό της ένα ρολό χαρτί που ζύγιζε δεκαπέντε κιλά. Για τέσσερα χρόνια τα ρολά χαρτί τα έφερναν και τροφοδοτούσαν τη μηχανή μου, νεαροί εργαζόμενοι. Τον πέμπτο χρόνο όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Είχε έρθει ένας αντιπρόσωπος από την Αμερική (η εταιρία μας ήταν θυγατρική) και παρακολουθούσε τους εργάτες, αλλάζοντας το σύστημα εργασίας. Το γραφείο του είχε τζαμαρίες ολόγυρα και μας παρακολουθούσε διαρκώς. Σταμάτησε τους νεαρούς που μετέφεραν τους ρόλους το χαρτί στις μηχανές των εργαζόμενων γυναικών και μας διέταξε να πηγαίνουμε εμείς να φέρνουμε το χαρτί για να τροφοδοτούμε τις μηχανές. Το έκανα χωρίς να φέρω αντίρρηση, παρόλο που δυσκολευόμουν να σηκώνω το ρολό χαρτί από το χαμηλό ξύλινο πατάρι και να το τοποθετώ στο καρότσι για να το μεταφέρω στο χώρο εργασίας μου.
          Μια μέρα αποφάσισα να βάλω πολλούς ρόλους χαρτί στο καρότσι ώστε να τα έχω δίπλα στην μηχανή μου για να μην πηγαινοέρχομαι. Άρχισα λοιπόν να σηκώνω το ένα ρολό μετά το άλλο. Καθώς έσκυβα να σηκώσω το δέκατο τρίτο ρολό ένιωσα τρομερό πόνο στο κάτω μέρος της μέσης μου, ως την ουρά, σαν να με κάρφωσαν με κατσαβίδι. Ο πόνος έφτανε μέχρι τη φτέρνα του δεξιού ποδιού μου. Με χίλιες δυο προσπάθειες κατάφερα να βάλω το ρολό στο καρότσι και άλλες τόσες να σπρώξω το καρότσι στην μηχανή μου. Ο αμερικανός ο κ. Ρόντιν, με παρακολουθούσε από το γραφείο του... Δυσκολεύτηκα να συνεχίσω τη δουλειά μου και με δυσκολία κατάφερα να τροφοδοτήσω τον άξονα της μηχανής για να αρχίσουν να κόβονται οι ετικέτες. Η κοπέλα που εργαζόταν δίπλα μου μού συνέστησε να αναφέρω το συμβάν στον επιστάτη, τον Αυστραλό κ. Άλεν. Αυτός με τη σειρά του μου είπε να ενημερώσω τον υπεύθυνο, τον επίσης Αυστραλό κ. Τομ ώστε να το σημειώσει στο βιβλίο των ατυχημάτων. Με ρωτούσε για το συμβάν και σημείωνε... 
          Όταν σχολάσαμε, δυσκολεύτηκα να περπατήσω μέχρι την οδό Sydney για να φτάσω ως το σταθμό του Μάρικβιλ. Κουτσαίνοντας τα κατάφερα τελικά και έφτασα στο Μπάνκσταουν. Ανέβηκα με πόνους τις σκάλες, πήρα το λεωφορείο και έφτασα στο σπίτι. Το συζήτησα με την οικογένειά μου και με συμβούλεψαν να μην πάω για δουλειά την επόμενη μέρα. Εγώ πήγα αλλά οι πόνοι ήταν συνεχόμενοι και δεν μπορούσα να δουλέψω. Η κοπέλα που δούλευε δίπλα μου, μού είπε ότι έπρεπε να μιλήσω με τον επιστάτη. Πράγματι πήγα και αυτός μου είπε να πάω σπίτι, να ξεκουραστώ και να επιστρέψω στη δουλειά όταν θα ένιωθα καλύτερα. Επέστρεψα τέσσερις μέρες αργότερα αλλά δυστυχώς για μένα τα πράγματα χειροτέρευαν. Δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε ένα ρολό χαρτί. Μίλησα και πάλι με τον επιστάτη, αυτός με τον υπεύθυνο, ο οποίος μου είπε να δω το γιατρό μου. Ο οικογενειακός γιατρός μού είπε να μην δουλέψω για δύο εβδομάδες και μου έδωσε χαρτί να το δώσω στον εργοδότη μου. Λίγες μέρες αργότερα ο επιστάτης επικοινώνησε μαζί μου και μου είπε ότι ο διευθυντής μου έδινε δύο μήνες αναρρωτική άδεια και ότι θα πληρωνόμουν κανονικά ταχυδρομικώς. Ανησύχησα μήπως χάσω τη δουλειά μου. Του είπα ότι θα γυρίσω στη δουλειά αλλά δεν μου άφησε περιθώρια αντίρρησης...
"Η απόφαση είναι του Διευθυντή και δεν αλλάζει".
Μετά το τέλος του δεύτερου μήνα με ενημέρωσαν ότι η εταιρεία Danson System με έχει σχολάσει.

      
Good luck, Helen (Καλή τύχη Ελένη)
   
- Γιατί John;
- Γιατί η εταιρεία δεν θέλει άρρωστους εργάτες.
Η φωνή μου έβγαινε βραχνή, κατάλαβε πως έκλαιγα...
- Μη στεναχωριέσαι Ελένη. Να πας σε δικηγόρο του Printers' Union. Eίσαι μέλος. Όταν γίνεις καλά, θα βρεις αλλού εργασία. Καλή τύχη, Ελένη Ρέτση, είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Το απόγευμα που επέστρεψαν τα παιδιά από το σχολείο, ήμουν ακόμα ταραγμένη. Σε κατάσταση απογοήτευσης με βρήκε και ο σύζυγός μου όταν επέστρεψε από την εργασία του.

 Γολγοθάς-λαβύρινθος
                                                  
             Η μόνη επιλογή που είχα, ήταν να τηλεφωνήσω στο Printers' Union και να ζητήσω δικηγόρο. Μου ζήτησαν να πάω από τα γραφεία τους. Έτσι κι έκανα. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας ατέλειωτος Γολγοθάς... Ο δικός μου Γολγοθάς οδηγούσε σε ένα σκοτεινό τούνελ και τελικά κατέληξε σε λαβύρινθο.
          Τον οικογενειακό μου γιατρό, τον παθολόγο, τον κατηγορούσαν ότι έστελνε στο Social Security άτομα χωρίς σοβαρά ατυχήματα και πληρωνόταν! Μου έδωσε συστατική επιστολή και με παρέπεμψε σε ορθοπεδικό γιατρό στο νοσοκομείο St Vincent. Εκεί μου βάλανε κάτι σιδερένια εργαλεία στα πόδια μου και με τραβούσαν για δύο βδομάδες. Δυστυχώς τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι πόνοι αντί να καλυτερεύσουν... πολλαπλασιάστηκαν. Πονούσα αφόρητα από τη μέση και κάτω. Δεν μπορούσα ούτε να σταθώ, ούτε να περπατήσω. Είτε καθιστή ήμουν είτε ξαπλωμένη, πονούσα συνέχεια.
          Εν τω μεταξύ, για κακή μου τύχη, το σκάνδαλο με τις συντάξεις ελληνο-αυστραλών και οι φήμες διαφθοράς ήταν πρώτο θέμα σε όλα τα αυστραλιανά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
          Ο ορθοπεδικός μού είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο να με βοηθήσει και μου έδωσε συστατική επιστολή να δω έναν παθολόγο, ελληνικής καταγωγής σε μια κλινική στο Νιούταουν. Όταν επικοινώνησα για να κλείσω ραντεβού, με ενημέρωσαν ότι έλειπε εκτός Αυστραλίας και θα με έβλεπε ο αντικαταστάτης του, επίσης ελληνικής καταγωγής. Πήγα στο γραφείο του, έδωσα το γράμμα και μου είπε "πήγαινε πίσω από το παραβάν και γδύσου να σε εξετάσω". Έτσι κι έκανα.
          Ο γιατρός όμως δεν με εξέτασε... "Σήκω και ντύσου, μου είπε. Δεν μπορώ να σε εξετάσω. Δε θέλω μπλεξίματα και φασαρίες".
          Πλήρωσα τη γραμματέα και έφυγα ντροπιασμένη...
          Την επόμενη μέρα πήγα στο νοσοκομείο του Μπάνκσταουν. Ένας γιατρός με άκουσε προσεκτικά αλλά μου εξήγησε ότι στο συγκεκριμένο νοσοκομείο οι γιατροί εργάζονταν με βάρδιες. Καλό θα ήταν να με παρακολουθεί ένας γιατρός για όσο διάστημα έκανα θεραπεία. Με γιατροπόρευσαν στο νοσοκομείο αυτό για δύο μήνες και μου συνταγογραφούσαν ισχυρά παυσίπονα. Κάποιοι μάλιστα γιατροί σχολίαζαν ότι δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν οι ίδιοι αλλά μια μέρα θα πληρώσουν κάποιοι για αυτές τις αδικίες. Μετά την έλευση των δύο μηνών, με ρώτησαν ποιος είναι ο παθολόγος της περιοχής μου και μού έδωσαν συστατική επιστολή να τον επισκεφθώ για να μου δίνει τη συνταγή των φαρμάκων.
          Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος του Printers' Union μου είπε ότι έπρεπε να με δει εξειδικευμένος γιατρός και να του έστελνε αναφορά για την κατάστασή μου. Ο παθολόγος μού έδωσε συστατική επιστολή για έναν νευροχειρούργο στην οδό Μακουόρυ. Μου ζήτησε να κάνω κάποιες επικύψεις, δεξιά και κάτω αλλά οι πόνοι ήταν αφόρητοι και δεν μπορούσα να κάνω τις κινήσεις αυτές.  
- Εντάξει, μου είπε, θα κλείσω ραντεβού στο νοσοκομείο να κάνεις ένα μυελόγραμμα.  
          Μια βδομάδα μετά μπήκα στο χειρουργείο του νοσοκομείου St Vincent. Δύο φορές έβαλαν βελόνες στη σπονδυλική μου στήλη και το σώμα μου τραντάχτηκε από τους πόνους και ούρλιαζα. Ο γιατρός ήταν προσηλωμένος στο κομπιούτερ και κοιτούσε τα αποτελέσματα. Κάποια στιγμή, χωρίς να με κοιτάξει, μου είπε ότι η εξέταση δεν έδειξε κάποιο πρόβλημα.
- Γιατί δεν μου είπατε γιατρέ ότι θα πονέσει τόσο πολύ αυτή η εξέταση; τον ρώτησα. Αν το ήξερα θα σας ζητούσα να μου κάνετε τοπική αναισθησία.
-Δεν μπορούσα να στο πω, μου απάντησε. Μην ξεχάσεις να έρθεις σε ένα μήνα να σε δω.
Με βοήθησε μια νοσοκόμα να σηκωθώ. Πήγα πίσω από το παραβάν, ντύθηκα, πήγα στη ρεσεψιόν και πλήρωσα. Με ρώτησε η νοσοκόμα πως θα πήγαινα στο σπίτι.
- Θα περιμένω τον σύζυγό μου να έρθει, της είπα.
- Πήγαινε στην αίθουσα αναμονής ώσπου να έρθει ο σύζυγός σου και να υποχωρήσουν οι πόνοι στη μέση και τα πόδια σου.
          Πράγματι μετά από λίγο ήρθε ο σύζυγός μου και πήγαμε σπίτι. Η μέση μου ήταν σακατεμένη. Μετά την εξέταση είχα φοβερούς πονοκεφάλους. Νόμιζα ότι το κεφάλι μου θα σπάσει στα δύο. Την επομένη το πρωΐ πήρα το γιατρό τηλέφωνο και του είπα ότι τα παυσίπονα που μου είχε δώσει δεν με έπιαναν.
- Συμβαίνει αυτό κυρία Ρέτση μετά το μυελόγραμμα. Συνέχισε να παίρνεις τα φάρμακα και μην ξεχάσεις να έρθεις στο ραντεβού που σου έχω κλείσει τον επόμενο μήνα.
- Ευχαριστώ γιατρέ, απάντησα και κλείσαμε το τηλέφωνο.
Οι πόνοι στη μέση και τα πόδια μου ήταν αφόρητοι και αισθανόμουν ότι το κεφάλι μου σκιζόταν στα δύο, σα καρπούζι...


Ανάμεσα στα αγκάθια
                                                  
 Η ζωή από μικρή με δίδαξε να περνώ μέσα από τα αγκάθια με υπομονή. Στο τέλος της διαδρομής βγαίνω πληγωμένη, ματωμένη, οικονομικά ζημιωμένη αλλά ποτέ στιγματισμένη. Σε όλο αυτό το δράμα που βίωνα πίστευα - δυστυχώς   αργότερα κατάλαβα ότι ήταν ουτοπία – ότι οι γιατροί και οι δικηγόροι εργάζονται με συνείδηση, ειλικρίνεια και ευθύνη απέναντι στα προβλήματα των ασθενών και πελατών τους τηρώντας τον όρκο του Ιπποκράτη και της Θέμιδος αντίστοιχα.
Τώρα που βρίσκομαι στην Τρίτη Ηλικία σκέφτομαι και ντρέπομαι για την αφέλεια που με διέκρινε εκείνα τα χρόνια. Τώρα συνειδητοποίησα ότι τιμωρήθηκα γιατί γεννήθηκα Ελληνίδα και ήμουν μετανάστρια. Το Ελληνικό Δίκαιο καταπατήθηκε από την μη τήρηση του Αυστραλιανού Συντάγματος και της Νομοθεσίας. Βίωσα την διπλοπροσωπία, τη διπλωματία, την αλαζονεία, τη ραδιουργία που χαρακτήριζε αυτούς τους επιστήμονες. Η δραματική περιπέτεια της υγείας μου με κατάντησε "άπιστο Θωμά". Άρχισε να κλονίζεται η εμπιστοσύνη μου ακόμα  και σε άτομα από το περιβάλλον μου. Μα εγώ συνέχιζα να κόβω το πορτοκάλι στη μέση και να το μοιράζομαι μαζί τους...
Κάτι φυσικά που δεν το αναγνώρισαν. Έλεγα, "δεν πειράζει αυτοί έχουν τα δικά τους πιστεύω και εγώ τα δικά μου. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί και πρέπει να σεβόμαστε τις διαφορές μας". Έβρισκα λοιπόν άλλοθι για όλους και για όλα. Δεχόμουν και αγαπούσα όλους γύρω μου, χωρίς να προσπαθώ να τους αλλάξω. Χαιρόμουν που τους έβλεπα να βελτιώνουν τη ζωή τους. Είχανε οι άλλοι, είχα κι εγώ. Πονούσαν οι άλλοι, πονούσα κι εγώ. Χαίρονταν οι άλλοι, χαιρόμουν κι εγώ. Πετύχαιναν στις σπουδές και στις καριέρες τους τα παιδιά τους, χαιρόμουν κι εγώ με τη χαρά τους...
Οι αυταπάτες όμως πλέον τέλειωσαν. Τώρα πλέον προτιμώ τη μοναξιά γιατί συνειδητοποίησα ότι ο ασκητισμός είναι προτιμότερος από τα μαχαιρώματα.
Δυστυχώς τσαρλατάνοι υπάρχουν σε κάθε φυλή και κοινωνία. Το χειρότερο όμως είναι ότι το τίμημα το πληρώνουν οι απλοί πολίτες που δεν φέρουν καμμιά ευθύνη. Εγώ ταλαιπωρήθηκα δεκαπέντε χρόνια. Λόγω της υγείας μου καθυστέρησε η μόρφωση των παιδιών μου και η καριέρα τους. Το σύστημα με καταδίκασε να ζω με ογδόντα τοις εκατό αναπηρία. Δεν αποζημιώθηκα ποτέ για την ζημιά που έπαθα.  

                                                                                           
   Καλύτερα το μάτι παρά το όνομα
                                                 
             Η προσωπική μου οδύσσεια στην ξενιτειά που περιλάμβανε τον σωματικό μου τραυματισμό, το μπλέξιμο με πολύχρονη δικαστική διαδικασία (1977-1978-1987), ιατρικές εξετάσεις, έξοδα από άκαρπες θεραπείες και ανεργία, τιμολογήθηκε στις δέκα χιλιάδες δολάρια! Βλέπετε, ο προσωπικός τους νόμος, με είχε ήδη κατατάξει στην κατηγορία της στιγματισμένης Ελληνίδας λόγω του σκανδάλου που είχε ξεσπάσει με τις συντάξεις το διάστημα 1978-1989. Μάλιστα ο δικηγόρος του Printers Union μου έλεγε:  "θέλουμε να επιταχύνουμε τη δικαστική διαδικασία γιατί ντρεπόμαστε να σε παρουσιάζουμε στο δικαστήριο".
          Το πέτυχαν τελικά κρύβοντας την αναφορά του νευροχειρούργου ο οποίος προφορικά μού είχε πει ότι το μυελόγραμμα δεν είχε δείξει τίποτα. Ακόμα και ο δικηγόρος μου δεν πήγε να παραλάβει την αναφορά. Όταν πήγα στο δικαστήριο επί της Μακουόρυ στρητ, ο δικηγόρος μου δεν είχε έρθει. Στη θέση του ήταν ένας Barrister, ο οποίος απόρησε που ο δικηγόρος μου δεν είχε παραλάβει την αναφορά από το γιατρό. Έφτασε και ο δικηγόρος μου καθυστερημένα και δεν είχε την αναφορά. Δικαιολογήθηκε ότι δεν την έστειλε ο γιατρός και με κοίταξε.
- Μα εσείς δεν πήγατε να πάρετε από το γιατρό μου, το νευροχειρούργο την αναφορά όπως μου είπε ο ίδιος χθες στις 5 το απόγευμα που μιλήσαμε, του είπα.
- Δεν πρόλαβα γιατί ήμουν στο δικαστήριο. Θα πάμε όμως τώρα με τον Barrister να δούμε τον δικαστή και να προσπαθήσουμε να κλείσουμε την υπόθεση σήμερα έξω από το δικαστήριο. Εσείς περιμένετε στην αίθουσα αναμονής και δεν θα αργήσουμε.
Μια ώρα αργότερα επέστρεψαν και μου είπαν ότι η ασφάλεια προσφέρει δέκα χιλιάδες δολάρια. "Πρέπει να τα δεχτείς διαφορετικά θα τα χάσεις όλα και θα πληρώσεις ιατρικά και δικαστικά έξοδα".
- Το θεωρείται δίκαιο αυτό; τους ρώτησα. Οι πόνοι στη μέση και τα πόδια μου είναι αφόρητοι.
- Α, δεν παίρνω εγώ τέτοια ευθύνη, μού απάντησε ο δικηγόρος. Θα πρέπει να μιλήσω με το γιατρό σου, το νευροχειρούργο. Συμφώνησαν και οι δύο και έφυγαν.
Επέστρεψαν μια ώρα αργότερα..
- Ο γιατρός λέει να δεχτείς το ποσό γιατί δεν έχεις καμμιά σοβαρή πάθηση στη μέση σου. Όταν ξεκαθαρίσει η υπόθεση με ασφάλειες και γιατρούς θα ξεκουραστείς και όλα θα περάσουν.
- Μα είστε σίγουρος, ρώτησα απευθυνόμενη στο δικηγόρο και στον Barrister με έκδηλη αμφιβολία στο πρόσωπό μου και στα λόγια μου.
- Δεν  ξέρουμε, ο γιατρός σου το λέει.
- Εσείς τι λέτε; ρώτησα;
- Τι μπορούμε να πούμε κυρία Ρέτση; Ο γιατρός σου ξέρει καλύτερα, μου είπανε ταυτόχρονα και οι δυο! Και  ο δικηγόρος μου έδωσε ένα στυλό να υπογράψω, κοιτάζοντάς με απειλητικά.
      Αισθάνθηκα ότι ήμουν ανάμεσα σε γύπες και ότι αν δεν υπέγραφα θα με κατασπάραζαν. Είκοσι μέρες αργότερα επισκέφτηκα τον νευροχειρούργο που μου είχε κάνει το μυελόγραμμα.
- Τελείωσες με τη δίκη, κυρία Ρέτση;
- Η δίκη τελείωσε αλλά οι πόνοι συνεχίζουν γιατρέ.
- Έτσι θα μείνεις όλη σου τη ζωή κυρία Ρέτση, μου είπε με σοβαρό ύφος.
Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Το αίμα πάγωσε στις αρτηρίες της καρδιάς μου, ένιωσα μεγάλη πίεση και φοβήθηκα μην πάθω εγκεφαλικό.
Έκανα μεγάλη προσπάθεια να σταθώ στα πόδια μου και να μην κλάψω.
- Γιατί γιατρέ δεν μου είπες ότι ο τραυματισμός μου είναι αθεράπευτος;
- Γιατί δεν μπορούσα. Σου συνιστώ να αγοράσεις ορθοπεδικό στρώμα για τη μέση σου.
Η φωνή δεν έβγαινε από το στόμα μου. Τον κοιτούσα σα χαμένη.
Ο γιατρός σηκώθηκε και μου έδειξε την πόρτα. Τα πόδια μου τρέμανε. Βγήκα έξω, σκούπισα τα δάκρυα από τα μάτια μου που με κόπο συγκρατούσα, πλήρωσα τη γραμματέα και έφυγα.
Τέσσερις εβδομάδες αργότερα έβγαινα από το νοσοκομείο του Μπάνκσταουν μετά από εγχείρηση αφαίρεσης της μήτρας. Ήταν κι αυτό συνέπεια του βάρους που είχα σηκώσει τότε. Ο γυναικολόγος μου, μού το είχε πει προφορικά γιατί κι αυτός δεν ήθελε μπλεξίματα με την ασφάλεια.
Ήρθε η μέρα που ο δικηγόρος με κάλεσε να μου παραδώσει την επιταγή των $10.000. Έλειπε. Τον εκπροσωπούσε ένας συνάδελφός του και ένας Έλληνας μεταφραστής που συνεργαζόταν σε παρόμοιες υποθέσεις. Ανέφερα τις αποκαλύψεις του γιατρού. Έπαθε σοκ! Μόλις συνήρθε άρχισε να αραδιάζει φοβέρες.
- Αν δε δεχτείς το ποσό των δέκα χιλιάδων δολαρίων, θα σε τρελάνουν οι ψυχίατροι της ασφάλειας. Δεν θα σου δώσουν περισσότερα και σου συνιστώ να δεχτείς την προσφορά. Δεν θα έχεις δεύτερη ευκαιρία.
Μου έδωσε το στυλό. Τον πήρα λέγοντας...
- Με πιέζετε να υπογράψω την καταδίκη μου.
- Δεν έχεις επιλογή κυρία μου.
- Έτσι ξοφλήσατε με μένα, είπα και υπέγραψα.
Πήγα ξανά στο νευροχειρούργο για τη μέση μου.
- Πως είσαι κυρία Ρέτση;
-Δεν έχω δει βελτίωση, γιατρέ. 
- Καταλαβαίνω γι' αυτό πρέπει να σε εγχειρήσω.
- Να με εγχειρήσεις; Γιατί δεν το είπατε αυτό στο δικηγόρο μου πριν τη δίκη, γιατρέ;
- Δεν μπορούσα, στο έχω ξαναπεί.
Φοβήθηκα πως ήθελε να με εγχειρήσει για να με παραλύσει... Ήξερα ότι δεν εκτιμούσε τους Έλληνες λόγω του σκανδάλου που είχε ξεσπάσει. Θεωρούσε όλους τους μετανάστες ψεύτες και απατεώνες και μιλούσε για αυτούς υποτιμητικά, σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκαν.
Θεωρούσε υπεύθυνους αυτής της κατάστασης όλους τους Ελληνο-Αυστραλούς και δεν έμπαινε καν στη διαδικασία να σκεφτεί ότι αυτοί που εξαπάτησαν το σύστημα δεν ενεργούσαν μόνοι τους αλλά βοηθήθηκαν από κάποιους Αυστραλούς κατεργάρηδες.
           
Ασκληπιός και Ιπποκράτης
                                                 
Tέσσερα χρόνια αργότερα, το 1981, μίλησα με μια Αυστραλή εκπαιδευτικό για τους πόνους στη μέση μου.
- Ξέρω μια πολύ καλή παθολόγο που μπορεί να σε στείλει σε ορθοπεδικό που εγχείρησε μια φίλη μου στη μέση της και αισθάνεται πολύ καλύτερα.
- Μου δίνεις το τηλέφωνό της;
- Ευχαρίστως.
Είδα την παθολογο Dr. C. B. μια βδομάδα αργότερα. Με άκουσε με συμπάθεια. Με έστειλε για ακτίνες. Έγραψε συστατική επιστολή και μου είπε να κλείσω ραντεβού για να δω τον Ορθοπεδικό.
Όταν πήγα στον Ορθοπεδικό Dr. A.S. τού εξήγησα ότι υπέφερα από φοβερούς πόνους στη μέση και ότι όλα ξεκίνησαν από βάρος που σήκωσα στο εργοστάσιο που εργαζόμουν.
- Έχεις κάνει μήνυση, κυρία Ρέτση;
- Ναι γιατρέ και η υπόθεση έκλεισε με αποζημίωση $10.000. Του εξήγησα ότι είχα κάνει μυελόγραμμα και ότι ο δικηγόρος μου με πίεσε να γίνει εξωδικαστική συμφωνία με το προαναφερόμενο ποσό.
- Κυρία Ρέτση μπορώ να σε εγχειρήσω... Έχεις 80% πιθανότητες να αισθανθείς καλύτερα, 70% να μείνεις όπως είσαι και ένα 5% να χειροτερέψεις.
- Εντάξει γιατρέ, συμφωνώ να με εγχειρήσεις.
- Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ κυρία Ρέτση να σταματήσουν οι πόνοι σου.
Συνεννοήθηκε με τη Γραμματέα του και μου έκλεισαν ραντεβού στο νοσοκομείο. Τρείς μήνες αργότερα με εγχείρησε. Μου έκανε πεταλεκτομή και σπονδυλοδεσία, δηλαδή έκοψε οστά από τους δύο γοφούς μου και αντικατέστησε τους τέσσερις κατεστραμμένους δίσκους χαμηλά στη μέση μου. Η εγχείρηση κράτησε πέντε ώρες. Έμεινα στο κρεβάτι, ακίνητη, για τρεις εβδομάδες. Την τέταρτη εβδομάδα έκανα συνεχόμενες εξετάσεις και φυσιοθεραπείες με βάση τις οδηγίες που είχε δώσει ο Ορθοπεδικός που με χειρούργησε. Βήμα-βήμα οι νοσοκόμες με βοηθούσαν να περπατώ και να κάνω καθημερινές ασκήσεις. Το βράδυ φορούσα ειδική ζώνη από σκληρή πλαστική ύλη. Τη ζώνη τη φορούσα για έξι μήνες, μέρα και νύχτα. Καθώς περνούσαν οι μέρες αισθανόμουν ότι καλυτέρευα και ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του γιατρού. Να μη σηκώνω βάρη, να μη σκύβω, να μην κάνω απότομες κινήσεις και να ξεκουράζομαι όσο το δυνατό περισσότερο. Αυτοί οι δύο γιατροί, η παθολόγος και ο ορθοπεδικός ήταν η σωτηρία μου. Αυτοί οι δύο υπέροχοι γιατροί μού έσωσαν τη ζωή.
Εν τω μεταξύ, πήγα και είδα έναν άλλο δικηγόρο, Ελληνο-Αυστραλό. Του εξήγησα πως είχε η κατάσταση και μου υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να ξανά-ανοίξει την υπόθεσή μου.
- Έχεις δικαίωμα να κάνεις έφεση, μου εξήγησε, αλλά θα χρειαστώ την αναφορά του γιατρού που σε χειρούργησε. Πρέπει να παρουσιάσω την αναφορά αυτή στο δικαστήριο.
Αισθάνθηκα άσχημα. Δεν ήθελα να νομίζει ο γιατρός μου ότι είμαι αχάριστη. Του είχα πει ότι η υπόθεση είχε κλείσει...
- Η δικαστική υπόθεση είναι δικό σου θέμα. Πρέπει να δικαιωθείς, μου εξήγησε ο δικηγόρος.
Μου έδωσε ένα γράμμα να δώσω στο γιατρό.
Του το έδωσα και δεν έφερε αντίρρηση.
Στο δικαστήριο πήγαμε τελικά το Μάιο του 1985. Ο δικηγόρος μου είχε γεράσει πλέον και την υπόθεση ανέλαβε ο γιος του. Μαζί του ήταν ένας Barrister, ο δικηγόρος του Printers Union, ο νευροχειρούργος που είχα κάνει το μυελόγραμμα και ο Ορθοπεδικός που με είχε εγχειρήσει.
Η δίκη κράτησε δύο μέρες. Δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα.  Όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου στοίχισε $17.000 στο Κράτος.
Δε σταμάτησα όμως να αγωνίζομαι για το δίκιο μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τί είχαν κάνει και γιατί δεν άνοιξε και πάλι η υπόθεσή μου αφού υπήρχαν καινούρια στοιχεία από το γιατρό που με είχε εγχειρήσει.
Είχα καλυτερεύσει αλλά δεν ήμουν εκατό τοις εκατό καλά να επιστρέψω στη δουλειά. Δυσκολευόμουν να βρω έστω και μερική απασχόληση γιατί γνώριζα μόνο να μιλάω την αγγλική γλώσσα αλλά όχι να γράφω και να διαβάζω. Επίσης μου ζητούσαν συστατική επιστολή από την τελευταία εργασία μου και φυσικά δεν είχα.. Δεν ήθελα αναφέρω και το πρόβλημά μου -  ότι δηλαδή ήμουνα τραυματισμένη - γιατί σίγουρα δεν θα με προσλάμβαναν.   
Πήγα σε κυβερνητικό δικηγόρο ο οποίος έψαξε την υπόθεση και μου είπε, ότι το πιστοποιητικό που έλαβε από τον νευροχειρουργό που είχα κάνει το μυελόγραμμα το 1989 έδειξε ότι η πάθησή μου ήταν γενετική και την έχουν όλοι οι λαοί της Ευρώπης.
Έτσι δεν μπόρεσε ούτε και αυτός ο δικηγόρος να πάει την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο όπως υπολόγιζε. Με συμβούλεψε όμως να πάω στο Δικαστήριο επί της Μακουόρυ στρήτ. Εκεί βρήκα την αναφορά του πρώτου νευροχειρούργου, η διάγνωση του οποίου ήταν η ίδια με αυτή του γιατρού που με εγχείρησε τέσσερα χρόνια αργότερα. Τότε έμαθα όλη την αλήθεια. Οι δικηγόροι μου είχαν πει στο δικαστήριο ότι μού είχαν δείξει την αναφορά και υπέγραψα τη συμφωνία εν γνώση μου. Όλα αυτά γιατί ήθελαν να κλείσουν την υπόθεση άρον-άρον λόγω του σκανδάλου που είχε ξεσπάσει με τις συντάξεις και το social security. Πλήρωσα εγώ τις σκευωρίες ορισμένων γιατρών και νομικών τσαρλατάνων που έκαναν κατάχρηση της εξουσίας και καταπάτησαν τον όρκο τους. Μαζί με το δράμα το δικό μου υπέφεραν και τα παιδιά μου γιατί αναγκάστηκαν να σταματήσουν από το απογευματινό ελληνικό σχολείο για να με προσέχουν και να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού. Επίσης, τα έπαιρνα μαζί μου για να μου μεταφράζουν ιατρικές και νομικές διαδικασίες.
Με το πέρασμα του χρόνου καλυτέρευα, τα παιδιά μου μεγάλωναν και η ζωή κυλούσε ήρεμα. Έπαιρνα δουλειά στο σπίτι και δούλευα στη ραπτομηχανή φορώντας έξι μήνες το καλούπι που είχε παραγγείλει ο ορθοπεδικός γιατρός και βοηθούσε στην εγχειρισμένη μέση μου.
Το μόνο που ζητούσα ήταν δικαίωση. Ζούσα στην Αυστραλία 23 χρόνια και είχα πάρει την αυστραλιανή υπηκοότητα. Ήμουν Αυστραλή πολίτης και είχα τα ίδια δικαιώματα με τους Αγγλοσάξονες πολίτες της.
Δεν ζητάω τίποτα από την υπόθεση. Αλλά πρέπει η Αυστραλιανή κυβέρνηση να υποχρεώνει τους γιατρούς να δίνουν γραπτές αναφορές σε αντίτυπα σε τραυματισμένους πολίτες. Το ίδιο να ισχύει και για τους δικηγόρους τους,  ώστε να υπάρχει δικαίωση και σωστή  αντιμετώπιση, γιατί  δυστυχώς, ορισμένοι νομικοί πληρώνονται από τις ασφάλειες με αποτέλεσμα να αδικούν τους πελάτες τους αν αυτό τους συμφέρει περισσότερο προσωπικά! Αυτό δηλαδή που συνέβη στην περίπτωση τη δική μου που Αγγλικά λέγετε "corruption" δηλαδή διαφθορά.
Το σκάνδαλο των συντάξεων που ξέσπασε τη δεκαετία 1977-1989 κατέστρεψε τη δική μου ζωή. Θυμάμαι, οι κακές γλώσσες εκείνα τα χρόνια μιλούσαν για Ελληνο- Αυστραλούς κολπαδόρους που έπαιρναν αποζημιώσεις από τις ασφάλειες και αγόραζαν περιουσιακά στοιχεία και προίκες στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Οι ίδιοι έφευγαν στην Ελλάδα και έκαναν τους νεόπλουτους...
Οι πραγματικά τραυματισμένοι πλήρωσαν το τίμημα γιατί απλούστατα στερούνταν ταλέντου ηθοποιΐας. Έζησαν διασυρμένοι, καταφρονημένοι, αμαυρωμένοι, να τους δείχνουν με το δάχτυλο και να τους κολλάνε την ετικέτα του κατεργάρη γουόγκ και απατεώνα.  
Εγώ προσωπικά, αν τα παιδιά μου τότε ήταν παντρεμένα, θα είχα αυτοκτονήσει. Οι πόνοι ήταν συνεχείς και αφόρητοι και δυστυχώς είχα να αντιμετωπίσω ταπεινώσεις και άκαρπες θεραπείες.
Υπήρξαν όμως και μερικοί ομογενείς που δικαιώθηκαν γιατί απλούστατα οι γιατροί και δικηγόροι τους φέρθηκαν με ειλικρίνεια και αποζημιώθηκαν και δεν ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται με πόνους και με κάποιο βαθμό αναπηρίας εφόρου ζωής όπως εγώ που εργαζόμουνα χρόνια στο σπίτι, στις ραπτομηχανές, φορώντας κάθε μέρα το πλαστικό καλούπι στην μέση μου για να βοηθώ στα οικογενειακά μας έξοδα μέχρι να τελειώσουν τα παιδιά μου τις σπουδές τους και να τα αποκαταστήσουμε…
Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: γιατί οι εργοδότες μας, κρατούσαν χρήματα για ασφάλιστρα αφού δεν ήταν διατεθειμένοι να αποζημιώσουν τα θύματα των επιχειρήσεών τους; Τρανή απόδειξη η αδικία που έκαναν εις βάρος μου.
Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη σε αυτούς τους δύο γιατρούς, την παθολόγο και τον ορθοπεδικό. Με θεράπευσαν και μπόρεσα να δω τη ζωή με αισιοδοξία. Είδα και πάλι την λάμψη του ήλιου. Κυρίως, ήμουν μάνα στα παιδιά μου που τόσο πολύ ταλαιπωρήθηκαν με την δική μου προσωπική οδύσσεια.
Τα χρόνια πέρασαν, είμαι πλέον γιαγιά. Αποφάσισα να δημοσιεύσω την αυτοβιογραφία μου τώρα που η πνευματική ενασχόληση στεγνώνει τα δάκρυά μου και επουλώνει τις πληγές μου. Το 1989, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια, πήγα με την κόρη μου Βαρβάρα - που βρισκόταν στις Πανεπιστημιακές της διακοπές - στην Ελλάδα. Μέσα στο αεροπλάνο έγραψα κάποιους στίχους εκφράζοντας την νοσταλγία μου για την γενέτειρά μου, και τις ταλαιπωρίες μου στην θετή μου πατρίδα και γενέτειρα των παιδιών μου, την  Αυστραλία.
Το διάβασαν ορισμένοι Ελλαδίτες και Ελληνο-Αυστραλοί όταν επιστρέψαμε στην Αυστραλία και εξέφρασαν θετικές απόψεις.  Έκτοτε ανακάλυψα το έμφυτο ταλέντο και την πνευματική διαύγεια και συνέχισα να γράφω ποίηση, σενάρια, θεατρικά έργα, και  σχεδόν όλων των ειδών συγγραφικά έργα. Επίσης ασχολήθηκα και με τα εικαστικά.  Με την Τέχνη ασχολούμαι μέχρι σήμερα. Έχω ήδη εκδώσει δύο βιβλία, και υπάρχει και ένα τρίτο που είναι υπό έκδοση. Προς το παρών γράφω την αυτοβιογραφία μου στην οποία θα συμπεριληφθεί και η παρούσα αναφορά της οδύσσειάς μου στην Αυστραλία.  

Αγαπώ τον άνθρωπο περισσότερο από τα υλικά αγαθά. Μου αρέσει η φύση, η μουσική, το κολύμπι και η κηπουρική. Μου αρέσει να δημιουργώ έργα τέχνης, να τα μοιράζομαι με φιλότεχνους και να μη νιώθω μοναξιά.  Έτσι γαληνεύει η ψυχή μου και σβήνουν οι ρυτίδες του πόνου και αυτές που φυσική συνέπεια αφήνει το πέρασμα του χρόνου.

Αποφάσισα να προβώ σε αυτή την κατάθεση ψυχής γιατί δεν θέλω κανένας άνθρωπος να βιώσει ανάλογες αδικίες και περιπέτειες σαν τις δικές μου. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω... Το παρών όμως και το μέλλον μπορεί και πρέπει να αποκαταστήσει τις αδικίες άλλων.

Eυχαριστώ που διαβάσατε τα "Κατά Αυστραλία Πάθη μου"
Ελένη Ρέτση


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μπορείτε να σημειώσετε, με δεοντολογικό τρόπο, τα σχόλια σας για την παρούσα ανάρτηση της ΔΕΕΛ.

Υβριστικό η κακόβουλο περιεχόμενο,θα διαγράφεται αμεσα, για την προάσπιση του κύρους των αναφερομένων.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.