Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Πανηγυρική εκδήλωση πραγματοποίησε η Δ.Ε.Ε.Λ. για την Εθνική μας Εορτή της 28ης ΟΚτωβρίου 1940

 Κύριος ομιλιτής ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΙΝΑΚΗΣ,  ο οποίος όχι μόνο μας θύμησε τα γεγογονότα της εποχής,  αλλά αναφέρθηκε και  στην μεγάλη σύμβολή των πνευματικών δημιουργών στον Αγώνα, 
 την ομιλία του οποίου σας παραθέτουμε: 

« Γιατί νικήσαμε τους Ιταλούς το 1940»

Κυρία Χρυσούλα Βαρβέρη - Βάρα  Πρόεδρε της ΔΕΕΛ ,
Αγαπητά μέλη του Δ.Σ. φίλες και φίλοι λογοτέχνες .

        Πλησιάζει η μεγάλη εθνική εορτή-επέτειος   της 28ης  Οκτωβρίου του 1940 και το θέμα της ομιλίας μου σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από μία αναφορά στα γεγονότα της επετείου.
Χιλιάδες βιβλία, μελέτες, άρθρα κ.λ.π έχουν γραφεί από Έλληνες και ξένους για το «Αλβανικό ΄Επος», όπως ονομάζουμε τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και κανείς απ’ όσους ασχολήθηκαν μπορεί να ισχυρισθεί ότι κάλυψε πλήρως το θέμα σε ένα σύγγραμμα, πολύ δε περισσότερο στα πλαίσια μιας μικρής ομιλίας.
Δεν είμαι ιστορικός ούτε πολιτικός αναλυτής και δεν θα επεκταθώ σε  λεπτομέρειες των στρατιωτικών γεγονότων κ.λ.π  τα οποία λίγο πολύ είναι γνωστά, όλοι τα έχουμε ακούσει και θα τα ακούμε  σε κάθε επέτειο. Ακόμη δεν θα ασχοληθώ με  διάφορες απόψεις που εκφράστηκαν από  διάφορους  που εξετάζουν  και ερμηνεύουν τα γεγονότα  βάσει πολιτικών σκοπιμοτήτων και θέσεων. Θα επιχειρήσω μια  πολύ περιληπτική αναφορά γεγονότων, με έμφαση στα αίτια της νίκης μας με την συμβολή όλου του ελληνικού πληθυσμού που αγωνίστηκε  με κάθε τρόπο για την αίσια έκβαση  του μεγάλου αγώνα.
 Συμπερασματική αλήθεια είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και οι τότε  ηγεσίες, γεφυρώνοντας τις όποιες διαφορές των, ενωμένοι σαν μία γροθιά ύψωσαν το ανάστημά των και σήκωσαν ψηλά τη σημαία του ΟΧΙ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα  αποτελεί το ότι ακόμη και ο φυλακισμένος από το καθεστώς Μεταξά ηγέτης του παράνομου τότε Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος  Νίκος Ζαχαριάδης, έγραψε ανοικτή επιστολή, ζητώντας από το λαό να αντισταθεί και να πολεμήσει.

Μουντό ξημέρωνε το φθινοπωρινό πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Οι σειρήνες του συναγερμού και οι ασταμάτητες κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών έκαναν τους κοιμισμένους ακόμα Έλληνες να πεταχτούν από τα κρεβάτια τους.
Όσοι διέθεταν ραδιόφωνα  βιάστηκαν να τα ανοίξουν και άκουσαν τον εκφωνητή του  ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών να ανακοινώνει  με συγκίνηση το πρώτο ,ιστορικό, στρατιωτικό ανακοινωθέν:

«Εδώ, ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Έκτακτον ανακοινωθέν:
Η Ελλάς, από της 6ης πρωινής σήμερον, ευρίσκεται εις εμπόλεμον κατάστασιν προς την  Ιταλίαν. 
 Μεταδίδομεν το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου.
Αι Ιταλικαί  στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5ης και 30΄ πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται επί του πατρίου εδάφους» και ακολουθούσε η ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου.
Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος. Με τα γνωστά  αποτελέσματα.
Βέβαια το γεγονός δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία», αφού διάφορες προκλήσεις των επιτιθεμένων, είχαν προηγηθεί και οι καταιγίδες του πολέμου που χτύπαγαν την  Ευρώπη είχαν στείλει τα απειλητικά τους σημεία και στον Ελληνικό  ουρανό , από τη στιγμή που οι Ιταλικές δυνάμεις είχαν εισχωρήσει στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939.
 Αποκορύφωμα των προκλήσεων απετέλεσε ο άνανδρος τορπιλισμός του καταδρομικού μας  «ΈΛΛΗ » στο λιμάνι της Τήνου και μάλιστα την ημέρα της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης και ολοκληρώθηκαν με το τελεσίγραφο του Μουσολίνι με το οποίο ζητούσε την παράδοσή μας .
Ο μεγάλος μας  ποιητής Άγγελος Σικελιανός, προϊδεασμένος από τα διεθνή γεγονότα που είχαν προηγηθεί της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και τον τορπιλισμό της «Έλλης» τον Δεκαπενταύγουστο του Σαράντα στην Τήνο, έγραψε εκείνον τον Αύγουστο την τραγωδία του, «Σίβυλλα», όπου προφητικά παρουσιάζει τον λαό να αναζητεί τη σωστή κατεύθυνση, τον «όρθιο σκοπό».
Αμέσως μετά την 28η Οκτωβρίου έγραψε και το ακόλουθο κείμενο, που φαίνεται πεζό, αλλά διαπνέεται από μια σπάνια ποιητική έξαρση κι είναι εν πολλοίς γνωστό:
«Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα!
Ελέγαμε: μια Σαλαμίνα ακόμα!
Ελέγαμε: ακόμα ένα Εικοσιένα!
Και ήρτες τέλος Συ, Μητέρα-Μέρα,
όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα
στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους.
στον υπέρτατό τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!....
Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι στο τεράστιο ύψος
που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα
των Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη του 1940,
κι ως τώρα με τη συντέλεια των αιώνων,
είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο τον πλανήτη
το γιγάντιο φως Σου,
θα βρισκόμαστε στα σπλάγχνα Σου,
ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί».
                                
Ίσως ο λαός   μας ζητούσε μια εξιλέωση για τη Μικρασιατική καταστροφή. Ίσως ήθελε μια ευκαιρία να αποδείξει ότι η Ελλάδα ήταν παρούσα και ζωντανή. Ότι δεν την σκιάζει φοβέρα καμιά  και ξανά προς τη δόξα τραβά- τραβά-τραβά….
 Και έκανε τον μεγάλο άθλο και δοξάστηκε.
 Από τις πρώτες κι όλας ημέρες των εχθροπραξιών φάνηκε ότι ο στρατός μας όχι μόνο θα απόκρουε τις επιθέσεις αλλά θα προχωρούσε καταδιώκοντας τους επιτιθέμενους Ιταλούς στα ιερά χώματα της Βορείου Ηπείρου.
 Πολλά έχουν γραφτεί και για τους Ιταλούς. Γράφτηκε ότι τάχα μου   δεν ήθελαν να πολεμήσουν, ότι ήταν καλομαθημένοι και φοβητσιάρηδες, ότι τρέπονταν σε φυγή με την πρώτη έφοδο των Ελλήνων και άλλα παρόμοια πράγματα. Πολλά απ’ αυτά λέχτηκαν εκ των υστέρων  προφανώς για να μειώσουν την αξία της μεγαλειώδους αντίστασής μας και τη μέγιστη συμβολή μας στην εξέλιξη του πολέμου.
Η αλήθεια είναι ότι οι Ιταλοί και αριθμητικά δεν υστερούσαν σε αριθμό στρατιωτών και σε πολλές περιπτώσεις αγωνίστηκαν ηρωικά και είχαν πολλές απώλειες.
Ένα μικρό παράδειγμα αποτελεί αναμφίβολα η πολύνεκρη μάχη που δό­θηκε γύρω από το περίφημο  «ύψωμα 731» όπου οι Ιταλοί στρατιώτες πολέμησαν με γενναιότητα και πείσμα τιμώντας τον όρκο που είχαν δώσει προς την πατρίδα τους.
Ασφαλώς ο  εξοπλισμός τους ήταν κλάσεις ανώτερος ποιοτικά και ποσοτικά και  το σπουδαιότερο  υπερτερούσαν συντριπτικά σε μεταφορικά μέσα , εφόδια, αεροπλάνα  και ειδικά σε τανκς τα οποία υστερούνταν ολοκληρωτικά ο Ελληνικός Στρατός.
Τότε θα μου πείτε γιατί τους νικήσαμε;
Οι απόψεις Ελλήνων και ξένων ειδικών στρατιωτικών αναλυτών και συγγραφέων  καλύπτουν χιλιάδες σελίδες.  Εγώ  θα σας εκθέσω κάποια συμπεράσματα όπως τα σταχυολόγησα από διάφορες πηγές που μελέτησα και συγκλίνουν στα ακόλουθα.
Η αποτυχία των Ιταλών οφειλόταν  πρώτα - πρώτα στην πεποίθηση του Μουσολίνι ότι η επιχείρηση θα κρινόταν στον πολιτικό παρά στον στρατιωτικό τομέα.
Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Ιταλών Μουσολίνι, Τσιάνο, Πράσκα, Ντε Βέκκι κ.λ.π.  πίστευε  ότι η Ελλάδα ήταν ένας εύκολος στόχος. Θεωρούσε  ότι οι πολιτικές έριδες με τα κινήματα του Πλαστήρα το 1933 , το κίνημα  του 1935, το   δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά της 4ης Αυγούστου του 1936 και η στρατιωτική υποτίθεται αποδιοργάνωσή της χώρας μας εξ αιτίας  της απόταξης ή αποστρατείας  αρκετών αξιωματικών με αφορμή τα κινήματα και τη δικτατορία   θα είχαν καταλυτικά αποτελέσματα στη συνοχή  του στρατεύματός μας και θα αποτελούσαν καίριο πλήγμα στο ηθικό του .
Αυτή τους την πεποίθηση είχαν μεταφέρει στο στράτευμα τους και δυστυχώς γι αυτούς διαψεύστηκαν σε όλες τις περιπτώσεις με τις ανάλογες αρνητικές επιπτώσεις στο δικό του ηθικό.
Η δυναμική μας άμυνα τους αιφνιδίασε δεδομένου ότι  εκείνοι προετοιμαζόταν περισσότερο για στρατιωτικό περίπατο, παρά για αγώνες σκληρούς, πεισματώδεις και αποφασιστικούς.
 Αυτή η κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την διστακτικότητα της εκπλήρωσης των αποστολών τους και την παροχή χρόνου στην Ελληνική πλευρά για ολοκλήρωση της επιστράτευσης και ενίσχυση της άμυνας της.  Ακόμα και Αλβανικές δυνάμεις που είχαν ενταχθεί με ενθουσιασμό για την ενίσχυση των Ιταλικών στρατευμάτων μετά  τις πρώτες μάχες απογοητευμένες από την αναποτελεσματικότητα  των συμμάχων τους, τους εγκατέλειψαν.
 Εξ άλλου τα επιτελεία τους δεν υπολόγισαν σωστά  κάποια  πράγματα και κυρίως:
 -Το ορεινό του Ελληνικού εδάφους ειδικά στον τομέα της Ηπείρου και το χρόνο της επίθεσης που προγραμματίστηκε και εκδηλώθηκε τις παραμονές της χειμερινής περιόδου που κατά συγκυρία ήταν ιδιαίτερα βαρύς. Αυτό είχε σαν  αποτέλεσμα την μειωμένη απόδοση τόσο της αεροπορίας όσο και των αρμάτων μάχης, «μέσα» στα οποία στήριζαν κυρίως την επιτυχία των σχεδίων τους.
 - Το ότι είχαμε εξαίρετους εμπειροπόλεμους δοκιμασμένους αξιωματικούς  που αρκετοί ήταν βετεράνοι τουλάχιστον ενός πολέμου και κάποιοι πέντε πολέμων ( Α.΄  και Β.΄ Βαλκανικού πολέμου, Α΄. Παγκόσμιου πολέμου , Ουκρανικής εκστρατείας και Μικρασιατικής εκστρατείας) και το ότι ο στρατός μας είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό  από το καθεστώς Μεταξά και  βέβαια ακόμη το ότι το ηθικό του Ελληνικού Στρατού  και λαού ήταν άριστο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και αντιμετωπίσαμε  με­γάλ­ο πρ­όβλ­η­μα­ ανεφοδιασμού  με πυρ­ομα­χι­κά το λύσαμε ι­κα­νοποι­η­τι­κά, χωρ­ί­ς να­ δη­μι­ουρ­γη­θούν μεγάλα πρ­οβλήμα­τα­ χάρ­η ­στα ­έ­γκα­ι­ρ­α ­μέ­τρ­α που ε­φα­ρ­μόστη­καν γι­α­ τη­ν α­ύξη­ση­ τη­ς Ελ­λ­η­νι­κής βι­ομη­χα­νι­κής πα­ρ­α­γωγής στη­ δυνα­τή έ­κτα­ση­, στη­ν ε­πι­βολ­ή πε­ρ­ι­ορ­ι­σμώ­ν στη­ν κα­τα­νάλ­ωση­ κα­ι­ κυρ­ί­ως στη­ν α­ξι­οποί­η­ση­ πα­λ­ι­ώ­ν α­ποθε­μάτων πυρ­ομα­χι­κώ­ν κα­ι­ πολεμικών λ­α­φύρ­ων. Χαρακτηριστικό πα­ρ­άδε­ι­γμα­ αποτελεί το ότι α­πό το 1939 με­λ­ε­τήθη­κε­ κα­ι­ τε­λ­ι­κά ε­πι­τε­ύχθη­κε­ η­ α­να­κατασκε­υή ε­κρ­η­κτι­κώ­ν οβί­δων γι­α­ τη­ χρ­η­σι­μοποί­η­σή τους στα­ ορ­ε­ι­βα­τι­κά πυρ­οβόλ­α­ 5/19 χι­λ­ι­οστώ­ν κα­ι­ τα­ πε­δι­νά 5 χιλιοστώ­ν και η αντικατάσταση της κάνης ενός παλαιού τύπου οπλοπολυβόλων μη λειτουργικών ώστε να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα φυσίγγια παραγωγής μας που είχαμε τότε εν χρήσει. Οι κάνες των οπλοπολυβόλων κατασκευάστηκαν  κι αυτές στα στρατιωτικά μας εργοστάσια και έτσι κα­μι­ά σοβα­ρ­ή έ­λ­λ­ε­ι­ψη­ δεν παρουσιάστηκε κατά τον εξάμηνο κατά των Ιταλών αγώνα μας. Τότε βλέπετε τα στρατιωτικά μας εργοστάσια δεν εξασφάλιζαν  μόνο εργασία σε χιλιάδες κόσμο αλλά εξασφάλιζαν στο στράτευμά  μας επάρκεια διαφόρων ειδών εφοδίων και πυρομαχικών.
Βέβαια πολύ έγκαιρα η κυβέρνηση του Μεταξά είχε φροντίσει να παραγγείλει  σε εργοστάσια του εξωτερικού διάφορα είδη οπλισμού τα οποία ποτέ δεν έφθασαν σ’ εμάς λόγω των πολεμικών γεγονότων που είχαν ξεσπάσει στην Ευρώπη στο εν τω μεταξύ.
 Η ιταμή πρόκληση της βύθισης του καταδρομικού μας «ΕΛΛΗ» έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο και προκάλεσε  την ιερή αγανάκτηση του λαού. Ήταν μια αγιάτρευτη μαχαιριά στο στήθος του κάθε Έλληνα που πιστός στις θρησκευτικές του παραδόσεις θεώρησε ύψιστη προσβολή του θρησκευτικού του συναισθήματος  και μάλιστα σε μια μέρα τέτοιας εορτής. Αποτέλεσμα ήταν η ενέργεια αυτή να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα στο ηθικό του λαού μας γενικότερα, από αυτά που περίμεναν οι Ιταλοί.
Ήταν  μια απαίσια πράξη που ακόμα και σήμερα όταν ομιλούμε γι αυτήν μας προκαλεί απέχθεια.
Οι Έλληνες πίστευαν ότι η Μεγαλόχαρη , που θεωρείται  προστάτης  και αρωγός τους σε κάθε δύσκολη στιγμή , προσωπική και εθνική, ειδικά μετά την ύψιστη προσβολή της μνήμης της,  θα άπλωνε και πάλι  το δίκτυ προστασίας της πάνω από το στρατό μας, που επικαλούνταν ολόψυχα και με πραγματική πίστη  τη δύναμή της,  γι αυτό και στην εξέλιξη των μαχών, ακολούθησαν τόσες μαρτυρίες  εμφάνισης της Παναγίας στο μέτωπο.
Αξίζει να αναφέρουμε τον ενθουσιασμό και τον πόθο που διακατείχε τους Έλληνες στο κάλεσμα της πατρίδος να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο πεδίο της μάχης παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε η Ελλάδα σε σχέση με αυτά των επιτιθεμένων. Ποτέ πριν οι Έλληνες δεν έσπευσαν στο μέτωπο με τόσο ενθουσιασμό. Με το χαμόγελο στα χείλη και με υψηλό ηθικό έτρεχαν να επιστρατευθούν για να υπερασπίσουν τα ιδανικά της φυλής μας. Ήταν σαν να πήγαιναν σε ένα πραγματικό πανηγύρι… 
Η αγωνιστική διάθεση και το υψηλό φρόνημα που επικράτησε στο λαό από την πρώτη στιγμή της επίθεσης  ήταν αυτά που πάντα μας δυναμώνουν και μας κυριεύουν στις δύσκολες ώρες του  κινδύνου της πατρίδας. Είναι αυτά  που μας κάνουν να θέλουμε να μην υστερήσουμε στο ελάχιστο των προγόνων μας, που χωρίς  δισταγμό  ρίχνονταν σε αγώνες και δεν υπολόγιζαν θυσίες για την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων. Είναι αυτά  που και τότε έκαναν άνδρες και γυναίκες να παραμερίσουν κάθε άλλη φροντίδα και να αφοσιωθούν στον αγώνα για τη νίκη. ΄Εχουμε πάμπολλα παραδείγματα ανθρώπων που δεν μπορούσαν να επιστρατευτούν  λόγω ηλικίας να κατακλύζουν τα στρατολογικά γραφεία και να ζητούν επίμονα να τους επιτραπεί να καταταγούν. ΄Εχουμε τις γυναίκες που είτε σαν εθελόντριες νοσοκόμες , σαν εργάτριες στα στρατιωτικά εργοστάσια κ.λ.π.  προσέφεραν πολλά στον αγώνα και βέβαια τιμή και δόξα στις  ηρωίδες  της Πίνδου που αυθόρμητα μαζί  με ηλικιωμένους και παιδιά, μετέφεραν  στην πλάτη τους , κάτω από πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες κινούμενες  σε δύσβατα εδάφη , πυρομαχικά και στρατιωτικό υλικό στις μαχόμενες μονάδες μας. Ακόμα για τις γυναίκες που έπλεκαν ασταμάτητα φανέλες, πουλόβερ, κάλτσες και γάντια για τους μαχόμενους φαντάρους μας και πολλές φορές με επιστολές που εσώκλειαν στα δέματα  τους εμψύχωναν.
 Βέβαια το μεγαλύτερο ποσοστό των φαντάρων μας προέρχονταν από φτωχές αγροτικές οικογένειες, γιατί όπως γνωρίζουμε την εποχή εκείνη η ύπαιθρος χώρα έσφυζε από ζωή και η αγροτική ζωή σκληραγωγούσε πολύ τον κόσμο που γνώριζε και από τη ζωή στα βουνά ,από λιτότητα φαγητού και ρουχισμού και τον έκανε να αντέξει στις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες  του χειμώνα του 1940. Να αντέξει  στην πείνα τη δίψα και τις κακουχίες και να νικήσει, γιατί πίστευε απόλυτα στο δίκιο του αγώνα του .           
Επίσης η σκληρή εκπαίδευσή του  ήταν καταλυτικός παράγοντας ανάπτυξης υψηλού ηθικού, εφόσον ο καλά εκπαιδευμένος στρατιώτης γνωρίζει τις δυνατότητές του και έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Ο Ελληνικός στρατός ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ γιατί τον ενέπνεε και η εμπιστοσύνη του στους αξιωματικούς του.
 Εμψυχώνοντας τους άνδρες του ο διοικητής του αποσπάσματος Πίνδου θρυλικός  Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, σε ημερήσια διαταγή του αναφέρθηκε στο δίκαιο του ελληνικού αγώνα επικαλούμενος τα κατορθώματα των προγόνων.
«Οι Επαναστάται του '21 με ξύλα και δρεπάνια αντιμε­τώπισαν Στρατόν της εποχής επιστημονικώς οπλισμένον χάρις εις το εξυψωμένον ηθικόν των… σήμερον εμείς με οπλισμόν σχεδόν ισάξιον του αντιπάλου θα υστερήσωμεν των προγόνων μας; Με το ανώτερον ηθικόν μας, με το δίκαιον του αγώνος μας, με τη δύναμιν του Θεού, θα εξέλθωμεν νικηφόροι της δοκιμασίας. Η πίστις μετακινεί όρη».
Ο Έλληνας στρατιώτης, επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά αυτό που από χιλιάδες χρόνια  της ιστορίας του έκανε. Δηλαδή να υπερασπίζεται με  πείσμα τις θέσεις του στην άμυνα, αλλά και να είναι εξαίρετος στην επίθεση, διαθέτοντας κάτι παραπάνω από θάρρος, ένα ακατανόητο αίσθημα αυτοθυσίας και φιλοτιμίας. Αυτές ακριβώς τις αρετές του, που γνώριζαν καλά χάρη στην εμπειρία τους, ανέπτυξαν και εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο οι διοικήσεις του και το 1940, με αποτέλεσμα να επιτύχουν όσα πέτυχαν.
Οι Έλληνες αξιωματικοί της εποχής δεν περιορίζονταν να διοικούν τα τμήματά τους, εκ του ασφαλούς, όπως έπρατταν οι Ιταλοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Από ανθυπολοχαγό μέχρι στρατηγό βρίσκονταν κοντά στους άνδρες τους, συμμερίζονταν τις κακουχίες τους και σε πολλές περιπτώσεις πέθαιναν μαζί τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο Ελληνικός Στρατός παρουσίασε μεταξύ των εμπολέμων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σχεδόν την υψηλότερη αναλογία νεκρών αξιωματικών.
Ο αιφνιδιασμός των Ιταλών κορυφώθηκε  όταν, σύμφωνα με την περιγραφή Ιταλού αξιωματικού, «είδαν αυτούς τους δαίμονες να ορμούν ουρλιάζοντας, με εφ’ όπλου λόγχη»  πράγμα που ήταν γιαυτούς  αδιανόητο γιατί όπως έγραφαν οι εφημερίδες τους, ειρωνευόμενες προφανώς την κατωτερότητα του πολεμικού υλικού των Ελλήνων:   «Ο πόλεμος δεν γίνεται πλέον με δόρατα και σπαθιά, αλλά με άρματα και βαρύ πυροβολικό». Οι Έλληνες όμως τους απέδειξαν ότι η νέα έκδοση του δόρατος, η ξιφολόγχη, αλλά και η σπάθη του ιππικού, δεν είχαν χάσει καθόλου, μα καθόλου, την αξία τους.
Ο στρατηγός Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, στα απομνημονεύματά του, αποδίδει την αποτυχία της εκστρατείας κυρίως στην κακή οργάνωση, στις προσωπικές ίντριγκες, στη διαφθορά και στην έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των υψηλών κλιμακίων των Ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Από την άλλη πλευρά όμως, ο ίδιος ο Πράσκα θεωρείται ένας από τους κύριους υπευθύνους για την υποεκτίμηση της δύναμης του Ελληνικού στρατού και τη συνεπακόλουθη πανωλεθρία του Ιταλικού στρατού στα βουνά της Ηπείρου.
Παρά ταύτα, οι Ιταλοί έχασαν κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής, πράγμα για το οποίο ήταν ευθέως υπεύθυνος ο Μουσολίνι και το Γενικό Επιτελείο Στρατού.
 Ούτε έναν μήνα πριν την εισβολή στην Ελλάδα, την 1η Οκτωβρίου, ο Μουσολίνι διέταξε την αποστράτευση του μισού Ιταλικού στρατού, ένα μέτρο το οποίο έγινε αποδεκτό από το Γενικό Επιτελείο, παρότι ο στρατηγός Μάριο Ροάτα προειδοποίησε ότι ο στρατός θα γινόταν μη λειτουργικός για αρκετούς μήνες.
 Εκτός αυτού, η συνεχής υποεκτίμηση της Ελληνικής ετοιμότητας είχε καταδικάσει την εκστρατεία σε αποτυχία εξαρχής.
Όπως έγραψε ο Ιταλός ιστορικός Ρέντζο Ντε Φελίτσε: «Η στρατιωτική υπεροχή (αριθμητική και τεχνική) ήταν πάντοτε, τους πρώτους μήνες του πολέμου, με την πλευρά των Ελλήνων. Οι Έλληνες ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι για τις Ιταλικές προθέσεις και είχαν επιστρατεύσει σχεδόν 350.000 άνδρες ως τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου.
Μια σοβαρή παράλειψη της Ιταλικής τακτικής ήταν ακόμη η μη επίθεση   στα Ιόνια νησιά τα οποία αποτελούσαν  και σχετικά ανυπεράσπιστους στόχους, και οι οποίοι θα αποτελούσαν ισχυρές προωθημένες βάσεις για το Ιταλικό ναυτικό και την αεροπορία στη Μεσόγειο.
Έτσι είχαμε τα αποτελέσματα που είχαμε.
Αυτά είχα να σας αναφέρω ως προς τα αίτια  της επιτυχίας του στρατού μας στον πόλεμο της Αλβανίας 1940-1941 και τα αντίστοιχα αίτια της ήττας των Ιταλών.

                                                     


ΜΕΡΟΣ Β.΄
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940
                                       -------------------------------------
Οι άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης δεν ήταν δυνατόν να υστερήσουν σε προσφορά κατά την περίοδο του Αλβανικού ΄Επους  όπως συνηθίζουμε να ονομάζουμε την 6άμηνη περίπου αντίσταση του Ελληνικού Στρατού εναντίον των Λεγεώνων του Μουσολίνη στη μεθόριό μας με την Αλβανία την περίοδο 1940/1941.
Στην παρούσα ομιλία μου θα αναφερθώ κυρίως στους Έλληνες πατριώτες της παραπάνω κατηγορίας οι οποίοι   με την φυσική τους παρουσία ντυμένοι  άλλοι στο  χακί και άλλοι φορώντας  την τιμημένη ελληνική φουστανέλα, αγωνίστηκαν εναντίον των επιτιθεμένων και έγραψε ο καθ’ ένας τη δική του σελίδα.
Αυτό το ξεκαθαρίζω επειδή πολλοί άλλοι πολέμησαν σε διάφορα μέρη των συνόρων όπως στα οχυρά Ρούπελ, στις θαλάσσιες επιχειρήσεις κ.λπ.
 Ακόμη δεν θα αναφερθώ σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν εναντίον των  κατακτητών  συμμετέχοντας στην Εθνική Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ούτε σ’ αυτούς που έχουν γράψει αμέτρητα βιβλία με πεζά και ποίηση, που δεν ήταν δυνατόν  να επιστρατευτούν και να συμμετέχουν στις επιχειρήσεις λόγω ηλικίας. Όπως καταλαβαίνετε το θέμα είναι ανεξάντλητο και θα χρειαζότανε μέρες ολόκληρες για την κάλυψή του. Και πάλι όμως δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι το έχω  εξαντλήσει.
Θα αρχίσω με μια αναφορά στους γελοιογράφους ,τους σκιτσογράφους και τους ανθρώπους του θεάτρου της  εποχής,  επειδή ήταν οι πρώτοι που εκδήλωσαν με τον τρόπο τους το αντιστασιακό πνεύμα με την έναρξη των επιχειρήσεων.


Οι Γελοιογράφοι
Η γελοιοποίηση  του εχθρού μέσω σατιρικών σκίτσων και της γελοιογραφίας απετέλεσε ένα ισχυρό όπλο προπαγάνδας και ψυχολογικού πολέμου  για την ανόρθωση και τη διατήρηση του υψηλού εθνικού φρονήματος τόσο του λαού όσο και των στρατευμένων μας. Οι σκιτσογράφοι μας έδωσαν όλη τους την τέχνη και κατάφεραν το δικό τους πλήγμα στον εχθρό. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν τότε φιλοξενούσαν καθημερινά πολλά σκίτσα και γελοιογραφίες με θέματα που αντλούσαν από την πλημμυρίδα των πολεμικών γεγονότων που έφταναν από το μέτωπο σε καθημερινή βάση.
 Βέβαια πρωταγωνιστές  στα σκίτσα ήταν οι μορφές του Ντούτσε  και του Έλληνα τσολιά που εικονίζεται πάντα κρατώντας το όπλο του με τη λόγχη προτεταμένη.
Οι γνωστότεροι  από τους γελοιογράφους  ήταν: ο Φωκίωνας Δημητριάδης, ο Σταμάτης Πολενάκης, ο Ν. Καστανάκης,  ο Μπέζος , ο Νομικός , ο Λυδάκης, ο Παπασταύρου,  ο Παυλίδης ,ο Γκέϊβελης και άλλοι. Δημοσιεύθηκαν όμως και κάποιες αξιόλογες γελοιογραφίες ανωνύμων δημιουργών.
Δεν θα παραλείψω να αναφέρω ότι και κάποιοι ξένοι γελοιογράφοι στο εξωτερικό έδωσαν το παρόν δημοσιεύοντας ανάλογες γελοιογραφίες. Η φουστανέλα και το τσαρούχι του τσολιά μας έγιναν σύμβολα ανδρείας και ηρωισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι η γελοιογραφία του Άγγλου «Furnival»  που δείχνει σε μια γελοιογραφία έναν τεράστιο Μουσολίνι να τρέχει φεύγοντας  και οπό κάτω στη λεζάντα γράφει «ο Μαραθωνοδρόμος….»

Πάμε τώρα στους ανθρώπους του θεάτρου.
Η Επιθεώρηση -Θεατρικοί συγγραφείς -Ηθοποιοί 
Η Επιθεώρηση  παραμερίζοντας όλα τα άλλα είδη του θεάτρου  γνώρισε μεγάλες στιγμές όλη την περίοδο  του Αλβανικού έπους και πρόσφερε ένα γνήσιο λαϊκό θέαμα συνδυάζοντας  ατέλειωτη σάτιρα , μοναδικές στιγμές γέλιου  και πατριωτική ανάταση με  εθνικού περιεχομένου τραγούδια. Η Επιθεώρηση  έπαιξε άριστα το ρόλο της  και οι καλλιτέχνες μας τα έδωσαν όλα για όλα   στη δική τους μάχη εναντίον του επιτιθεμένου εχθρού.
Γνωστοί θεατρικοί  συγγραφείς όπως ο Γιαλαμάς, ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Αλέκος  Σακελλάριος, ο Μίμης Τραϊφόρος ,ο Ευαγγελίδης, ο Μαμάκης, ο Γιοκαρίνης , ο Γιανουκάκης, ο Γιαννόπουλος κ.α. παρακολουθούσαν λεπτό με λεπτό τις εξελίξεις στο μέτωπο μέσω των πολεμικών ανακοινωθέντων  και των ραδιοφωνικών ειδήσεων των ντόπιων και ξένων ανταποκριτών  και μέχρι την έναρξη των παραστάσεων  είχαν ετοιμάσει τα νέα κείμενα με τα οποία τροφοδοτούσαν τους θιάσους.
 Όλη η αφρόκρεμα των ηθοποιών θα ασχοληθεί και θα παίξει ρόλους στις επιθεωρήσεις αυτές.
Από τις πρώτες που θα εμφανιστούν στη σκηνή  της επίκαιρης πολεμικής επιθεώρησης ήταν η  Άννα Καλουτά  στο «ηρωικό ευζωνάκι» ενώ η Σοφία Βέμπο ερμήνευσε πρώτη το πασίγνωστο τραγούδι «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» που γίνεται σε μια νύχτα το πιο δημοφιλές τραγούδι της χώρας. Το είχε γράψει ο Μίμης Τραϊφόρος και της χάρισε μαζί με τα άλλα της τραγούδια τη μεγαλύτερη επιτυχία όλων των εποχών και δικαίως τον τίτλο της «Τραγουδίστριας της νίκης».
 Ακούγονταν ακόμη  τραγούδια σε στίχους του Γιώργου Οικονομίδη, μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ κ.α.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Ελένη Χαλκούτση, ο Χρήστος Τσαγανέας, ο Ορέστης Μακρής , ο Κυριάκος Μαυρέας, ο Κώστας Δούκας, ο Περικλής Χριστοφορίδης, ο Ερρίκος Κονταρίνης, η Μαρίκα Κρεββατά, η Μαρίκα Νέζερ ,η Λιλή Κοντονή, η Ρένα Ντορ , η Ρένα Βλαχοπούλου και πολλοί άλλοι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό για την επιτυχία των παραστάσεων.

Πάμε τώρα στους ηθοποιούς που υπηρέτησαν και πολέμησαν στο μέτωπο.
  Ηθοποιοί
Πολλοί από τους παλιούς γνωστούς μας ηθοποιούς  πολέμησαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Αλβανίας  και κάποιοι έχυσαν το αίμα τους.
Ο θεατρικός συγγραφέας και γενικός γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου Άγγελος Τερζάκης   παρέμεινε στη ζώνη του πυρός  ως το τέλος του πολέμου. 
Ο ηθοποιός Διονύσης Παπαγιανόπουλος  πολέμησε σαν υπολοχαγός στη πρώτη γραμμή. Χαρακτηριστικά  είχε πει σε συνέντευξή του: ''Οι στιγμές εκείνες δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμηση στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χιμάρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες. Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες''.
Ο  ηθοποιός Λάμπρος Κωσταντάρας πολεμώντας στην πρώτη γραμμή τραυματίστηκε  σε μάχη και όταν έγινε καλά στα μετόπισθεν, ζήτησε να τον ξαναστείλουν στην πρώτη γραμμή.
Ο ηθοποιός Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν ασυρματιστής πυροβολικού πρώτης γραμμής.
Ο ηθοποιός Παντελής Ζερβός  λοχίας πρώτης γραμμής.
Ο ηθοποιός Νίκος Σταυρίδης ήταν τραυματιοφορέας πρώτης γραμμής.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος  στρατιώτης πρώτης γραμμής.
Ακόμη Οι ηθοποιοί μας :
Θάνος Κωτσόπουλος,  Μάνος Κατράκης,  Λυκούργος Καλλέργης,
 Στέλιος Βόκοβιτς, Γκίκας Μπινιάρης, Νάσος Χριστογιαννόπουλος, 
 Φροίξος Θεοφανίδης,  Μάκης Τζίνης, Στέφανος Πήλιος, ήταν όλοι στρατιώτες και πρωταγωνιστές της πρώτης γραμμής.
Ο ηθοποιός Δήμος Αυγείας, ήταν καταδρομέας. Κολύμπησε στο παγωμένο νερό με το μαχαίρι στο στόμα και έκοψε τα καλώδια των εκρηκτικών, μιας παγιδευμένης από τον εχθρό σημαντικής γέφυρας, επιτρέποντας έτσι την προέλαση του Ελληνικού στρατού στην Κορυτσά, η απελευθέρωση της οποίας σηματοδότησε την αποφασιστική καμπή για την συντριβή των φασιστικών δυνάμεων.
Παρασημοφορήθηκε και συνέχισε να πολεμά στο μέτωπο  μέχρι που σκοτώθηκε.
Ο ηθοποιός Πάνος Παπακυριακόπουλος,(με το ψευδώνυμο Ντόλης ), έπεσε πολεμώντας στον Αυλώνα  Β.Ηπείρου στις 25-1-1941. 

Ο Χρήστος Πυρπασόπουλος, δημοσιογράφος, ηθοποιός και συγγραφέας, συγκλονισμένος αποτύπωσε τον πόνο των συναδέλφων του νεκρού Πάνου Ντόλη, στους παρακάτω στίχους:
« …κι έπεσε για την πατρίδα
 ο φτωχός ο θεατρίνος,
έξω από τον Αυλώνα,
 ο άξιος πολεμιστής.
 Πέθανε ανδρικά στη μάχη
ωσάν Έλληνας εκείνος
του θεάτρου του πολέμου
 που ήταν πρωταγωνιστής».

 Μαζί και με τους άλλους ανθρώπους της Τέχνης που πολέμησαν στο μέτωπο καταγράφεται και ο τενόρος  Γ. Τουμπακάρης , που έπεσε ηρωικά  μαχόμενος στην πρώτη γραμμή.
 Επίσης πολέμησαν στην πρώτη γραμμή ο τενόρος Κώστας Σάμιος, ο βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου και άλλοι.
 Ο μεγάλος μας ζωγράφος  Γιάννης Τσαρούχης, το 1940 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό. Επηρεασμένος από τις διηγήσεις στρατιωτών για την εμφάνιση της Παναγίας στο μέτωπο  ζωγράφισε την Παναγία της Νίκης που την είχε πάντα μαζί του στο μέτωπο.

Οι Ποιητές μας και οι πεζογράφοι
Οι ποιητές  πάντα έχουν το προνόμιο και την ικανότητα να βλέπουν και να αποτυπώνουν τα γεγονότα με μια άλλη αίσθηση, να  τα συνοψίζουν με τον
ιδιαίτερο δικό τους τρόπο και να εκπέμπουν  μηνύματα που προέρχονται από μια
 βαθιά ενόραση και έμπνευση. Έτσι λοιπόν και το έπος του 40 αποδόθηκε,  μέσα από τους στίχους των με ένα απαράμιλλο τρόπο, χωρίς βέβαια να υποτιμούνται τα πεζογραφήματα και  η μεγάλη ιστορική καταγραφή των γεγονότων  πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.
Ο κατάλογος των  Ελλήνων  λογοτεχνών ποιητών και πεζογράφων  που έλαβαν ενεργά μέρος στον αγώνα εναντίων των φασιστικών δυνάμεων είναι  μακρύς, γι’ αυτό και δεν υποστηρίζω ότι κατάφερα να τους καταγράψω όλους και να τους αναφέρω στην παρούσα εργασία μου.
Το αγωνιστικό πνεύμα της εποχής αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μια μεγάλη σειρά από αξιόλογα λογοτεχνικά έργα, τα περισσότερα από τα οποία, ενώ είχαν γραφεί στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής, τυπώθηκαν και κυκλοφόρη­σαν μετά την απελευθέρωση. Αρκετά από τα έργα αυτά αναφέρονται εκτός από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην περίοδο της κατοχής, και του εμφυλίου. Ο κατάλογος των κειμένων αυτών είναι πολύ μεγάλος .
Κάποια απ’ αυτά  είναι τα έργα των:
  Γιώργου Θεοτοκά «Ιερά Οδός», Γαλάτειας Σαράντη «Πασχαλιές», Ηλία Βενέζη
 « Ώρα πολέμου» και «Έξοδος», Πέτρου Χάρη «Η μεγάλη νύ­χτα», Δημ. Ψαθά «Χειμώνας του 41» και «Αντίσταση», 'Αγγέλου Βλάχου « ώρες Ζωής», Θέμου Κορνάρου «Χαϊδάρι» και «Ο εσταυρωμένος λαός μου», Γιάννη Μπεράτη «Οδοιπορικό του 43» κ.λπ.
 Αρκετά από τα παραπάνω έργα, ιδίως διηγήματα είχαν ήδη γίνει γνωστά κατά τη διάρκεια της κατοχής.
Στις 10 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων από το κείμενο της οποίας θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώσει τα εδάφη της, να αρνηθεί  την ελευθερία της και να κατασπιλώσει την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντηση που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλύτερων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας.
…………………………..
……… και καταλήγει η διαμαρτυρία ….Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάσταση  των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδραση, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθηση και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Υπογραφές:
Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.» 
Στις 15 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται άρθρο του Στρατή Μυριβήλη «Η ώρα της Ιστορίας» στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 334. Εκεί ο Μυριβήλης ανάμεσα στα άλλα θα γράψει: «...Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποία αντίκρισαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο στην ιστορία του έθνους μας ολόκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της ... Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής. Δε θα ’ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρο της, είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός
…………………….
και καταλήγει « Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα ’ναι το τέλος του; Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή...» 

Θα συνεχίσω όμως ονομαστικά με πρώτους τους Νομπελίστες μας.
Ο Γιώργος Σεφέρης .Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης και τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963.  Διετέλεσε ως γνωστόν στέλεχος του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών.  Στο βιβλίο του «Μέρες»  Γ ΄ 16 Απρίλη 1934 - 14 Δεκέμβρη 1940  (Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ) ξεκινώντας από την πρώτη ημέρα του πολέμου 28 Οκτωβρίου 1940  γράφει: «Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο». Τίποτα άλλο. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω απ’ τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει……….
Οδυσσέας Ελύτης. είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης κατατάσσεται ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου του Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 μεταφέρεται με βαρύ κοιλιακό τύφο στο νοσοκομείο Ιωαννίνων κι έπειτα από περιπετειώδη πορεία καταλήγει στην Αθήνα.
Στη συλλογή του «Άσμα Ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ) πρώτα τίμησε τον έφεδρο ανθυπολοχαγό  και γράφει:
………………….
 «Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
 μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
 μοιάζει μπαξές που του ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
 μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
 μόλις είπανε «γεια παιδιά»
 τα ματοτσίνορα  κι η απορία μαρμάρωσε».
…………………………………

Άγγελος Βλάχος: Ο γνωστός ακαδημαϊκός ο οποίος στρατεύτηκε κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου και πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Το 1943 φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και κατόρθωσε μετά από προσπάθειες να φύγει στη Μέση Ανατολή, όπου πήρε μέρος στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση που βρισκόταν στο Κάιρο. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με το υπό μορφή χρονικού πεζογράφημα «Το μνήμα της γριάς», που αντλούσε το θέμα του από τον πόλεμο στην Αλβανία. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία συνεργαζόμενος με αθηναϊκές εφημερίδες υπό το ψευδώνυμο Ανδρέας Βέλος.
 Άγγελος Σικελιανός: Συγγραφέας –πεζογράφος- ποιητής .Υπήρξε 5 φορές υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας! Ο Άγγελος Σικελιανός, 56 ετών τότε ζήτησε να σταλεί στο Αλβανικό μέτωπο. Αν και τελικά δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στο μέτωπο δημοσιεύει πατριωτικά και εμψυχωτικά ποιήματα που μοιάζουν να έχουν γραφεί από κάποιον που πολεμά στην πρώτη γραμμή.
Ο Άγγελος Σικελιανός, προϊδεασμένος από τα διεθνή γεγονότα που είχαν προηγηθεί της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και τον τορπιλισμό της «Έλλης» τον Δεκαπενταύγουστο του Σαράντα στην Τήνο, έγραψε εκείνον τον Αύγουστο την τραγωδία του, «Σίβυλλα», όπου προφητικά παρουσιάζει τον λαό να αναζητεί τη σωστή κατεύθυνση, τον «όρθιο σκοπό»,όπως γράφει.
Στις 15 Νοεμβρίου 1940 θα δημοσιεύσει  στην εφημερίδα Νέα Εστία το ποίημα
«Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940». 
…………………..
«…Κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή
 που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
 στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί
 «Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα!
 Ελέγαμε: μια Σαλαμίνα ακόμα!
Ελέγαμε: ακόμα ένα Εικοσιένα!  
Και ήρτες τέλος Συ, Μητέρα-Μέρα,
 όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα
 στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους,
στον υπέρτατό τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!....
 Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι στο τεράστιο ύψος
που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα
των Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη του 1940,
 κι ως τώρα με τη συντέλεια των αιώνων,
είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις
πάνω απ’ όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου,
θα βρισκόμαστε στα σπλάγχνα Σου, ω Μητέρα,
 αθάνατοι νεκροί».

Άγγελος  Τερζάκης .Ανακηρύχθηκε το  1974 Ακαδημαϊκός. Ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και το θέατρο και αρθρογραφούσε για πολλά χρόνια στην  «Καθημερινή» και  «Το Βήμα». Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940-1941) και κατέγραψε τις εμπειρίες του σε κάποια από τα διηγήματά του και κυρίως στο βιβλίο του «Απρίλης». Στον τομέα της πεζογραφίας εμφανίζονται έργα του που έχουν κυρίως χαρακτήρα ιστορικό ή αποτύπωσης μαρτυρίας.  Έτσι ο Άγγελος Τερζάκης θα γράψει το χρονικό του πολέμου με τίτλο «Ελληνική Εποποιία 1940-1941» , το 1964 έπειτα από παράκληση του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η παράκληση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αφορά και εδώ έναν λογοτέχνη που βρέθηκε στο μέτωπο μέχρι τη λήξη του πολέμου και έτσι καθίσταται αυτόπτης μάρτυς στα γεγονότα.
Στο ημερολόγιο του ο  Άγγελος Τερζάκης μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα:  «Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σού ’ρχονται στα μάτια..» (18 Νοεμβρίου 1940).

Ανδρέας Καραντώνης : Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, κριτικός, δοκιμιογράφος και Δημοσιογράφος. Πολέμησε στο μέτωπο το 1940.
Άρης Δικταίος: (πραγματικό όνομα Κώστας Κωνσταντουλάκης  από το Ηράκλειο Κρήτης ).  Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό βραβείο ποίησης το 1956 (από κοινού με το Γιάννη Ρίτσο) . Φοίτησε στην Νομική από το 1938 ως το 1940, οπότε και διέκοψε τις σπουδές του λόγω  της επιστράτευσης του το 1940.
Αστέρης Κοββατζής. Ποιητής -Πεζογράφος-διηγηματογράφος- κριτικός. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή επικεφαλής λόχου όλμων και επέστρεψε στην Αθήνα μετά από τραυματισμό του στο μέτωπο.

Γιάννης Μπεράτης. Μυθυστοριογράφος-συγγραφέας. Το Φεβρουάριο του 1941 κατατάχτηκε εθελοντής  στο αλβανικό μέτωπο.
Χρησιμοποιήθηκε, λόγω της γλωσσομάθειάς του, σε αποστολές μετάδοσης μηνυμάτων προς τους αντιπάλους. Εκεί βέβαια θα ζήσει κάθε στιγμή του πολέμου  στην πρώτη γραμμή που αποτυπώνεται στο βιβλίο του «Το Πλατύ Ποτάμι» (Εκδ. Ερμής).

 Γιώργος Θεοτοκάς . Για να τον δεχτούν εθελοντή στον πόλεμο, το ζήτησε ρουσφέτι απ’ τον στρατηγό Σέργιο Γυαλίστρα. Στα «Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953» (Εκδ. ΕΣΤΙΑ) καταγράφει τα γεγονότα  και  τον παλμό της εποχής και τις αντιδράσεις των απλών ανθρώπων στην κήρυξη του πολέμου, στην εισβολή των Γερμανών και στην κατοχή.
Γιώργος Κατσίμπαλης. Έλληνας διανοούμενος και συγγραφέας. Έγραψε πολλές μελέτες , κριτικές και βιβλιογραφίες για λογοτέχνες .Γνωστότερος ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού». Βετεράνος πολεμιστής, καθώς είχε πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία. Παρ’ όλη την αναπηρία του, υπηρέτησε στην αντιαεροπορική άμυνα με τον βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.
Γιώργος ΣαραντάρηςΦιλόλογος- νομικός- συγγραφέας- Δημοσιογρά -φος.                                  
   Συνεργάστηκε με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, τις εφημερίδες Πρωία και Εστία, και ως ανταποκριτής στην εφημερίδα της Λευκωσίας Πρωινή. Το 1939 κατατάχθηκε στο στρατό και το 1940 πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, στέλνοντας παράλληλα ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Εστία. Στο μέτωπο αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 1941.
 Διονύσιος Ρώμας : Έγραψε χρονογραφήματα, πεζά, ποιήματα, θεατρικά έργα και μετέφρασε ξένους συγγραφείς. Μεταξύ άλλων τιμήθηκε με  το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών (1981) για το σύνολο του έργου του. Διετέλεσε και βουλευτής.
Λουκής Ακρίτας : Γεννήθηκε στην Μόρφου της Κύπρου. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο, τη δημοσιογραφία και την πολιτική.
Στο Αλβανικό μέτωπο πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης και  έστελνε ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Εστία.
Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής άρχισε να εκδίδει την αντιστασιακή εφημερίδα Καθημερινά Νέα.
Νίκος Καββαδίας: Ποιητής και πεζογράφος. Παρόλο που είχε ήδη πάρει το δίπλωμα ασυρματιστή στα πλοία στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Με τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού επιστρέφει πεζή στην Αθήνα.

Νίκος Εγγονόπουλος :  Ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Το 1941 επιστρατεύεται στο Αλβανικό μέτωπο. Συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως  εργασίας αιχμαλώτων απ’ όπου τελικά κατάφερα να αποδράσει.
Νικηφόρος Βρεττάκος: Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη διάλυση του Συντάγματός του.
 Χαρακτηριστικό της εποχής είναι  το ποίημά του

                «Μάνα και γιος»
«Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
 κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της
 μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
 σαν να ‘χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδιαγαν τα έλατα και χόρευαν οι πέτρες.
 Κι όλα φώναζαν: Ίτε παίδες Ελλήνων.
 Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταυρώναν στον ορίζοντα
 ποτάμια πισωδρόμιζαν τάφοι μετακινιόνταν…». 

Πηνελόπη Δέλτα  Η μεγάλη μας συγγραφέας στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατάληψης της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα , αυτοκτονεί παίρνοντας δηλητήριο. Εξέπνευσε στις 2 Μαϊου 1941. Πάνω στον τάφο της γράφεται η λέξη «ΣΙΩΠΗ». 

Στέλιος  Ξεφλούδας.  Συγγραφέας- πεζογράφος .  Κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού  πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός στο μέτωπο. Η εμπειρία του πολέμου θα τον σημαδέψει βαθιά και θα αποτελέσει το θεματικό υλικό για τα μεταπολεμικά βιβλία του όπως  Άνθρωποι του μύθου κ.λπ.

Τάκης  Σινόπουλος: Γιατρός,  ποιητής, μεταφραστής, κριτικός και ζωγράφος. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης. Επιστρατεύτηκε το 1941 ως λοχίας του υγειονομικού στο Λουτράκι., ενώ λίγο αργότερα συνελήφθη και φυλακίστηκε  ως αντιστασιακός από τον ιταλικό στρατό στον Πύργο.

Τίμος Μωραϊτίνης : 
Μία από τις ευγενέστερες μορφές των Ελληνικών Γραμμάτων που «συντέλεσε στη δημιουργία της νεότερης πνευματικής Ελλάδας».
Ασχολήθηκε  με το θέατρο (πρόζα και επιθεώρηση),το Χρονογράφημα, την Ποίηση, το Μυθιστόρημα, το Διήγημα κ.λπ. Ήταν  ανταποκριτής της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ από το Αλβανικό μέτωπο.
 Είναι Χαρακτηριστικό το ποίημά του με τίτλο  «Ελληνίδες» στο οποίο αποτυπώνει το ρόλο της απλής γυναίκας του λαού στις κρίσιμες ώρες του πολέμου. 
«Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει
και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα
κι ενώ σκυμμένη πλέκει
έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα.
 Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά
που βγαίνουν απ’ τη χρυσή τους θήκη
ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή
και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά
κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή,
όσο κι η Νίκη». 

Ας  αναφερθούμε όμως και σε κάποιους πολιτικούς μας που τυχαίνει κάποιοι  να ήταν και μεγάλες μορφές των γραμμάτων.
Πολιτικοί
Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, πήραν μέρος και  πολλοί γνωστοί πολιτικοί που ασφαλώς δεν είναι δυνατό να τους καταγράψω και να τους αναφέρω όλους. Ενδεικτικά σημειώνω :
Κωνσταντίνος Τσάτσος  : τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Νομικός, φιλόσοφος συγγραφέας, πολιτικός κ.λ.π. Όταν εκδηλώθηκε ο πόλεμος μαζί με τους Ιωάννη  Θεοδωρακόπουλο και Ιωάννη Κακριδή έστειλαν επιστολή στον Μεταξά με την οποία του ζητούσαν να καταταγούν εθελοντικά και να πολεμήσουν. Τελικά ο Τσάτσος χρησιμοποιήθηκε στη Διεύθυνση Εξωτερικού Τύπου για τη σύνταξη προπαγανδιστικών ξενόγλωσσων φυλλαδίων. Στις 28 Οκτωβρίου 1941, με αφορμή την πρώτη επέτειο του «Όχι», εκφώνησε στους φοιτητές του, ήταν καθηγητής στη Νομική σχολή, λόγο για την μελλοντική κοινωνία που πρέπει να χτίσουν οι νέοι σε μια ελεύθερη Ελλάδα.Την επόμενη μέρα απολύθηκε από τη θέση του και επανήλθε μετά την απελευθέρωση στη Νομική σχολή.

 Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Δυο φορές πρωθυπουργός. Εθελοντής δεκανέας. Εξέδιδε στο Μέτωπο με συνεργάτες τους Στρατή Αναστασέλη και Ελευθέριο Κοτσαρίδα την εφημερίδα με τις δυο ονομασίες, πότε ως «Αχρίς» και πότε ως «Οχρίς» με άρθρα και νέα για τους στρατιώτες του Μετώπου.

Γεώργιος Ράλλης. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή στο ιππικό.
Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η 28-10-1940 τον βρήκε στη Σχολή εφέδρων Αξιωματικών στη Σύρο. Αργότερα πήγε στο μέτωπο. Πήρε μέρος στην εαρινή επίθεση των Ιταλών το Μάρτιο του 1941.
Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος. Αντιπρόεδρος κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ, πολέμησε γενναία στην πρώτη γραμμή.
Ισαάκ Λαυρεντίδης τ. Αντιπρόεδρος της Βουλής. Έφεδρος υπολοχαγός στο μέτωπο πολέμησε γενναία τραυματίστηκε στη φοβερή μάχη του υψώματος 731. Όταν του  έδεσαν τα τραύματα του, ζήτησε από τον διοικητή του να πάει και πάλι στο
 « πανηγύρι του πολέμου».
 Χαρίλαος Φλωράκης  Γ.Γ. του ΚΚΕ. πολέμησε στην πρώτη γραμμή σαν απλός στρατιώτης.
Τέλος στην πρώτη γραμμή πολέμησε και ο Γεώργιος Καρτάλης μετέπειτα υπουργός, όπως και αρκετοί άλλοι.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ
Στην πρώτη γραμμή βεβαίως  βρέθηκαν και οι απεσταλμένοι των εφημερίδων, τρανταχτά ονόματα της δημοσιογραφίας. Τα χειρόγραφα τους έφταναν την επόμενη μέρα  στην Αθήνα, με ειδικό ταχυδρομείο, αυτολογοκριμένα όπως επέβαλαν οι κανόνες του πολέμου:
 Σπύρος Μελάς ( Καθημερινή - Εστία),
 Βάσος Τσιμπιδάρος, Ευστάθιος Θωμόπουλος, Γιώργος Παπαγιώργος Π. Αγγελόπουλος (Ακρόπολις),
 Παύλος Παλαιολόγος, Γεώργιος Ρούσσος και Μιχάλης Κυριακίδης ( Ελεύθερον Βήμα) ,
 Γεώργιος Δρόσος, Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, Γιώργος Ανδρουλιδάκης και Χρήστος Μούζιος ( Πρωία)
 Νίκος Γιοκαρίνης (Αθηναϊκά Νέα),
Αλέκος Λιδωρίκης, Πάνος Καραβίας, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Αθανάσιος Γεωργίου , Σάββας Κωνσταντόπουλος ( Ασύρματος),
 Σπύρος Μαντάνος (Τύπος),
Θωμάς Μαλαβέτας , Κώστας Σκαλτσάς     ( Έθνος)
 Παντελής Καψής, Κώστας Ουράνης ( Ελληνικόν Μέλλον)
 Τίμος Μωραϊτίνης, Λουκής Ακρίτας (Εστία),
Χρήστος Κολιάτσος, Νίκος Αναστασόπουλος, Τάκης Παπαγιαννόπουλος, Θεμιστοκλής Αμουτζόπουλος ( Καθημερινή),
Κώστας Αθάνατος, Νίκος Καπιτζόγλου Θ. Δογάνης (Βραδυνή).
΄Ηταν επίσης οι Στράτης Μυριβήλης, Δημ. Δεβετζής , Σόλων Γρηγοριάδης και Σπ. Αυλωνίτης.
 Η μοναδική γυναίκα απεσταλμένη, ήταν η Αντέλα Μέρλιν, που την έστειλε ο Δημ. Λαμπράκης για τα Αθηναϊκά Νέα, κατόπιν παρακλήσεώς της.  Στο Μέτωπο βρισκόταν και οι φωτορεπόρτερ Τσακιράκης, Κουρμπέτης, Φλώρος, Πουλίδης, Μεγαλοοικονόμου, στους οποίους οφείλονται οι πολλές φωτογραφίες που δημοσιεύονται τέτοιες μέρες.

Μια ξεχωριστή   μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που έδωσαν το δικό παρόν στον  αγώνα ήταν οι λαϊκοί συνθέτες, οι στιχουργοί , οι τραγουδιστές , οι οργανοπαίχτες κ.λπ.
Αλλά σ’ αυτούς θα αφιερώσουμε μια άλλη ομιλία.
                                                           
                                                                Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μπορείτε να σημειώσετε, με δεοντολογικό τρόπο, τα σχόλια σας για την παρούσα ανάρτηση της ΔΕΕΛ.

Υβριστικό η κακόβουλο περιεχόμενο,θα διαγράφεται αμεσα, για την προάσπιση του κύρους των αναφερομένων.

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.