Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

AGELIKI VOGDANIS ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΟΓΔΑΝΗ Μελβούρνη Αυστραλία

Ο Οδυσσέας

Γενναίος πολυμήχανος
με δόξα και με χάρη
περήφανος σαν αετός
ελληνικό καμάρι.

Τον πολεμήσανε θεοί
θάλασσα και  άνεμοι.
Η Πηνελόπη στο  νησί
πιστά τον  περιμένει.

Μάχεται με τα κύματα
 και τα στοιχειά της φύσης
τον  Οδυσσέα θάλασσα
δεν θα τόνε  νικήσεις

Έχει βαριά κληρονομιά 
αιώνες να διασχίσει.
Κάνει ταξίδια μακρινά
τον κόσμο να φωτίσει.

Μάνα του είναι όλη η γη
 Ελλάδα η καρδιά του
Στις φλέβες αίμα θαλασσί
λευκά είναι τα πανιά του

Όσο χτυπάει η καρδιά
ζωή παντού κυλάει
Η γη θα στέκεται ψηλά
ποτέ δεν ξεψυχάει.


Αγγελική Βογδάνη EPPING







Η φύτρα της φυλής σου

“Λίγα μήλα
μου είπες  μάτια μου
στο δέντρο έχουν μείνει γερά.
Πολλά έχουν σαπίσει..
Άλλα φαγωμένα
απ’ τα πουλιά,
κι άλλα απ’ το σκουλήκι.

Μη απελπίζεσαι
Καρδιά μου.
Το δέντρο έχει
 τις ρίζες  του γερές
Πυκνόφυλλο
μια άνοιξη  θα ανθήσει.

Το λούζει ήλιος άδυτος
κι αστείρευτο  νεράκι
στο μίσχο του κυλάει..

Αιωνόβια είναι
μάτια μου η φύτρα
της φυλής σου,
κάποιο κύτταρο
ξανά θα λειτουργήσει.
Το θαύμα της συγκομιδής
ο κόσμος θα τρυγήσει…


Αγγελική Βογδάνη Epping



                                     " Μνήμες και εικόνες"

«…, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,    
πουλάκι της  φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου, …».

Επιτάφιος - Γιάννης Ρίτσος.

Διαβάζοντας  αυτό  το υπέροχο ποίημα του Ρίτσου μέσα μου ξετυλίχτηκε  ένα έντονο σκηνικό. Μια εμπειρία που έζησα στα παιδικά μου χρόνια.
Και πρέπει να έχω την καρδιά του ποιητή η να δανειστώ την πένα του για να περιγράψω με τα δικά του υπέροχα λόγια αυτό το σκηνικό .
Είναι κάποιες εικόνες απ’ τη ζωή που και ο πιο τέλειος ζωγράφος δεν θα μπορούσε να τις παρουσιάσει τόσο παραστατικά, πόσο μάλλον μια πένα φτωχή σαν τη δική μου.
Όμως, διαβάζοντας τις ποιητικές στροφές του μεγάλου ποιητή Ρίτσου, ζωντάνεψαν και βγήκαν από μέσα μου δυο πονεμένες κι αξέχαστες μορφές, η αγαπημένη μου γιαγιά, στο πατρικό μας σπίτι στο χωριό κι ένα άλλο φωτεινό πρόσωπο γεμάτο ζωή και δροσιά που ανεβοκατέβαινε τις σκάλες του σπιτιού τραγουδώντας.  Ακόμα και τώρα, την βλέπω να φοράει  άσπρο υφαντό φόρεμα με δίπλες,  και να κατεβαίνει για  να το δείξει σε όλους, τα μαλλιά της καστανά πέφτουν πλούσια στους ώμους .  Χαίρεται την ζωή, χαίρεται για το φουστάνι που έραψε να το φορέσει στις γιορτές και με αρπάζει στην αγκαλιά της  όπως πάντα, «αχ! Αγάπη μου εσύ» και με γεμίζει φιλιά.
Είναι η θεία μου  Χριστίνα, η μικρότερη αδελφή του πατέρα μου. Μόλις είκοσι χρονών, κοπέλα στο άνθος της ηλικίας της. Έκανε όνειρα για την ζωή της.
 Έμπαινε στον αργαλειό τραγουδώντας να υφάνει τα προικιά της και η φωνή της λεπτή, μελωδική σαν το αηδόνι.  Αυτά μέχρι την ημέρα  που αρρώστησε από μηνιγγίτιδα,
Η μηνιγγίτιδα ήταν αγιάτρευτη αρρώστια εκείνα τα χρόνια.
Το  ήξεραν οι γονείς. Οι γιατροί το είπαν καθαρά, δεν έχει γιατρειά, δεν θ’  αργήσει να ρθεί και το μοιραίο.
Η Χριστίνα  έχασε το γέλιο της, έσβησε το χαμόγελο στα χείλη της και σιώπησε.
Η θλίψη και ο πόνος ήταν ζωγραφισμένα στο νεανικό της πρόσωπο που άρχιζε να μαραίνεται σιγά- σιγά . Κάθε μέρα που περνούσε, πήγαινε απ το κακό στο χειρότερο. Θυμάμαι ήτανε μεγάλη σαρακοστή πριν το Πάσχα του Λαζάρου. Οι Λαζαρίνες  πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι κατά το έθιμό μας και τραγουδούσαν τον αναστημένο Λάζαρο και άλλα τραγούδια. Αν είχε η οικογένεια κόρη για παντρειά ή νέο παλικάρι, έδιναν ευχές «σ  αυτό το σπίτι γρήγορα να γίνουνε χαρές να παντρευτεί η κόρη με ένα καλό παιδί» και αντίστοιχα για τον νέο.
Η Γιαγιά Δήμητρα βγήκε στην πόρτα να δώσει στα κορίτσια αυγά και κέρματα και να τα πει να μη τραγουδήσουν για να μη στεναχωρηθεί η Χριστίνα. Πέρσι ήταν και αυτή μαζί τους. Η Χριστίνα κατάλαβε και παρακάλεσε τη μαμά της να αφήσει τα κορίτσια να τραγουδήσουν. «Άφησε μάνα να τραγουδήσουν τα κορίτσια το τραγούδι της παντρειάς μου, σε λίγο θα γίνω νυφούλα», και ένας λυγμός έπνιγε τα λόγια της. Ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι της με δυσκολία να δει από το παράθυρο τα κορίτσια και  στα μάτια της έλαμψε μια φευγαλέα χαρά.  Η γιαγιά άκουγε το μήνυμα των κοριτσιών μαζί με την Χριστίνα στηρίζοντάς την κι ο πόνος σπάραζε την μητρική καρδιά της.
Μια μέρα μες στο πόνο της είπε στη μαμά της, «Μαμά θέλω να τραγουδήσω, θα πω ένα τραγούδι τόσο λυπητερό και τα πουλιά θα κλάψουν.» Όχι παιδί μου, της είπε η μάνα της,  που νόμισε ότι απ’ το πόνο σάλεψαν τα λογικά της και γρήγορα σκούπισε τα δάκρυα της  να μη τα δει η Χριστίνα. (Κατόπιν το είχε καημό που δεν την άφησε να πει το κύκνειο άσμα της).  Η Χριστίνα δεν τραγούδησε για να μη παρακούσει την μαμά της.
Σαράντα μέρες δεν έβαλε στο στόμα της μπουκιά, μόνο νερό να δροσίσει τα φλογισμένα χείλη της. Υπέφερε πολύ απ’ τον πόνο. Ένα πρωί άνοιξε τα μάτια της και με σβησμένη φωνή είπε: «που βρίσκομαι» και μετά από λίγο «θέλω να κοινωνήσω» και βυθίστηκε πάλι στην σιωπή της.  Ήρθε ο παπάς μετά την θεία λειτουργία την κοινώνησε και  το βραδάκι μες στο δειλινό της Κυριακής όλη η οικογένεια γύρο της αμίλητοι κι εμείς τα παιδιά κάτι είχαμε καταλάβει, γιατί βάραινε το σπίτι και μας είπανε οι μεγάλοι να πάμε να παίξουμε λίγο έξω, αλλά που καρδιά για παιχνίδι. Βάραινε και η αυλή και η φύση γύρο.  Δεν θα ξεχάσω την δύση εκείνου του Ηλίου, λες και είχε σταματήσει ο πορφυρένιος δίσκος πάνω στο ορίζοντα να αποχαιρετήσει κι αυτός  την Χριστίνα  κι όταν έφυγε η ψυχή απ’ το σώμα και σφράγισε τα χείλη της, τότε το δειλινό και αυτό χύθηκε όλο πάνω στο χλωμό της πρόσωπο.
Το τι έγινε τότε, δεν περιγράφεται. Θρήνος και σπαραγμός. Όλη η οικογένεια και προπαντός η γιαγιά χτυπούσε με τα δυο της χέρια τα στήθη της  και ο παππούς κοντά της, οι δυο τους τσακισμένοι. Θεέ μου τι τραγικές στιγμές.    
Αφού την έλουσαν η αδελφή της και οι νύφες της, την στόλισαν με το λευκό της φουστάνι που δεν πρόλαβε να το χαρεί. Όλη την νύχτα η οικογένεια αγρύπνησε  κοντά της, όπως και τόσα ημερόνυχτα δεν είχαν κοιμηθεί. Κάθε λίγο η μάνα της γονατιστή έπεφτε πάνω της και με αναφιλητά της έπλεκε το θρήνο.

«Καρδούλα μου γιατί σιωπάς / στο νεκρικό κρεβάτι
δεν τραγουδάς  ούτε γελάς /πώς να στεγνώσω μάτι.
Με το τραγούδι ξύπναγες /τα αηδόνια αποσιωπούσες
στον αργαλειό σαν ύφανες /και τα προικιά κεντούσες 

Και πάλι  μάζευε την ψυχή της ώσπου να ξεσπάσει πάλι κάθε φορά που θυμότανε τα λόγια της Χριστίνας.  
«Τραγούδι μου έλεγες πικρό/  θέλω να τραγουδήσω
λόγια μάνα που θα πω  /τα νιάτα μου θα θρηνήσω.»
Σαν ήρθαν οι φιληνάδες της  κερί να της ανάψουν, της έφεραν λουλούδια αγκαλιές
και η γιαγιά αγκάλιαζε τα κορίτσια που έκλαιγαν κι αυτά χωρίς να βγάζουν λέξη.
Κι έλεγε μέσα στους λυγμούς: 

«Οι φίλες κόρη μου είναι εδώ /να πάς να σεργιανίσεις
Για το κρυφό γλυκό καημό/μαζί τους θα μιλήσεις.
 Μα αντί να πάτε στο χορό/θα σε ξεπροβοδήσουν
το σώμα σου το νεκρικό /λουλούδια να στολίσουν».

Ξημέρωσε και νωρίς –νωρίς χτύπησε πένθιμα η καμπάνα, βαριά. Έτσι χτυπούσε βαριά μόνο για τους νέους κι όταν άκουγαν οι χωριανοί αυτό τον ήχο ήξεραν και έβγαιναν στους δρόμους με λύπη και φόβο να μάθουν ποιος πέθανε.
Άρχισαν σε λίγο οι κοντινές γειτονιές και μέχρι το μεσημέρι πέρασε όλο το χωριό νέοι και γέροι να ανάψουν ένα κεράκι και να πουν δυο λόγια παρηγοριάς στη απαρηγόρητη οικογένεια. Ήρθε όμως η ώρα να γίνει η εκφορά. Με τι καρδιά τα αδέλφια της να την σηκώσουν; Τις σκάλες που κατέβαινε η Χριστίνα με το άσπρο της φουστάνι τώρα την κατεβάζουν στο φέρετρο οι τέσσερις αδελφοί της, ντυμένη νυφούλα, σκεπασμένη με λευκά τριαντάφυλλα.
 Εκεί στο κατώφλι η γιαγιά αγκάλιασε ξανά την Χριστίνα στο φέρετρο,  δεν άφηνε να την βγάλουν έξω, σαν να ήθελε να την κρατήσει στο σπίτι της έστω και νεκρή και συνέχισε το θρήνο της.
«Κόρη μου γλυκιά που πας/ Χωρίς βιολιά και τραγούδια                               
Κι αντί για στέφανα κρατάς/ Του τάφου σου τα λουλούδια.

Νυφούλα ήθελα από εδώ / να σε ξεπροβοδήσω
να σέρνεις πρώτη το χορό/ κουφέτα να σκορπίσω»
Ο παππούς  κρατούσε όλη την πίκρα μέσα  του, αλλά εκείνη την στιγμή δεν άντεξε κι αυτός κι όλη η οικογένεια έκλεγε με λυγμούς.
Μια λαοθάλασσα ακολουθούσε σιωπηλά  την εκφορά της  με μάτια δακρυσμένα  όλο το χωριό . Ο ήλιος έλουζε το φέρετρο και το χλομό της  πρόσωπο έλαμψε φωτεινό. Βγαίνοντας από την αυλή προς το δρόμο ένιωθα πως η ψυχή της αόρατη χαιρέτησε το πατρικό της σπίτι, την αυλή, τις γειτονιές, την βρύση που γέμιζε την στάμνα της νερό στην πλατεία , τα σπίτια, τους δρόμους, το αγαπημένο της  χωριό κι όλους τους χωριανούς της. Σε λίγο θα  την ασπαστούνε  όλοι σαν νυφούλα στον τελευταίο ασπασμό  ύστερα θα πάει  να ξεκουραστεί από τον μεγάλο πόνο της , στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου, εκεί που δεν ακούς άλλο παρά σπαραξικάρδιους θρήνους.
 Έκτοτε και η γιαγιά έχασε την διάθεση της κάθε μέρα ήταν εκεί να ανάψει το καντήλι της  να ποτίσει με την στάμνα  τα λουλούδια της  και να της πει το πόνο της και όχι μόνο η γιαγιά και ο παππούς, αλλά και όλη η οικογένεια.

Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου μου θύμισε στιγμές της παιδικής μου ζωής .
Ο Ρίτσος με το ποίημά του εκφράζει την πικρία που προκάλεσε ο μεγάλος πόνος στην μάνα εκείνη καθώς έβλεπε νεκρό το παιδί της  πάνω στην παγωμένη άσφαλτο  στη Θεσσαλονίκη και με απαράμιλλη γλαφυρότητα ο ποιητής δημιούργησε τον ‘επιτάφιο’ θρήνο.
 κάθε στοίχος του εκφράζει την κατάθλιψη της μάνας όταν χάνει το παιδί της.   
Όταν πεθαίνει κάποιος πλήρης ημερών λέμε έζησε , μακάρι να ζήσουμε κι εμείς τόσο.
Όταν όμως μικρά παιδιά και νέοι φεύγουν πρόωρα από την ζωή από διάφορες αιτίες, τότε πέφτει βαρύ το πένθος. Ποια γλώσσα μπορεί  παρηγορήσει την μάνα;  Ποιος μπορεί να παρηγορήσει τους γονείς, τ’ αδέλφια ή τα μικρά παιδιά που έχασαν την προστασία τους;  Η μάνα μέχρι να πεθάνει δεν μπορεί να ξεπεράσει το πένθος της .
Βλέπω όμως και  μια άλλη μάνα κάτω από το σταυρό να ξεσχίζει την καρδιά της
η δίστομος ρομφαία του Συμεών. Την ακούω στον επιτάφιο θρήνο με τα υπέροχα εκείνα λόγια «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατο μου τέκνον, που έδει  σου το κάλλος;»
 Ο υμνωδός  εγκωμιάζει στην εκκλησία μας, μαζί με την Παναγία μας, τον επιτάφιο θρήνο του Θεανθρώπου Χριστού. Το πέλαγος  αγάπης του Χριστού προς την εκκλησία που τον οδήγησε στην σταυρική θυσία. Διαφέρει ως  επί τούτου ο θρήνος της εκκλησίας γιατί είναι ελπιδοφόρος και φέρνει το μήνυμα της σωτηρίας. Η Παναγία, λέει ο υμνωδός, έκλαιγε ιεροπρεπώς, φωτιζόταν από το φως της αναστάσεως του Κυρίου.
 Η υπερβολική αγάπη, σε στιγμές αβάσταχτου πόνου, χωρίς το μήνυμα της αναστάσεως φέρνει απελπισία και απόγνωση. Γι αυτό η εκκλησία μας στην νεκρώσιμη ακολουθία της διαβάζει στο ανάγνωσμα του Αποστόλου Παύλου προς Θεσσαλονικείς: «Αδελφοί, ου  θέλομεν υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα … ότι αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ΄ ουρανού και οι νεκροί εν χριστώ αναστήσωνται πρώτον. …» 
Φέρνοντας ξανά την αγαπημένη μου γιαγιά στη μνήμη μου, είναι σαν να την ακούω να διαβάζει τους στίχους του Ρίτσου :

«Και  εγώ θα καρτεράω σκυφτή βράδυ και μεσημέρι
ναρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.»

Βραβεύτηκε με έπαινο από τον Ελληνο-Αυτραλιανό Πολιτιστικό Σύνδεσμο Μελβούρνης  διαγωνισμός 2013



EPPING