Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Φωτεινή Γεωργαντάκη-Ψυχογυιού

 Σύντομο Βιογραφικό 
Φ.Γεωργαντάκη-Ψυχογυιού

     Η ποιήτρια Φωτεινή Γεωργαντάκη-Ψυχογυιού είναι μια πραγματική δημιουργός,  με υπερβολή στην  ευαισθησία και μέσα από την ποίηση δίνει σάρκα και οστά στα άυλα όνειρά της . Ομοιάζει με καβαλάρη που τρέχει αλαφροΐσκιωτα να μας παρουσιάσει μέσα από την φαντασία της  το χθες , το σήμερα , το αύριο. Προσπαθεί να κερδίσει τον χαμένο χρόνο γιατί άρχισε να παρουσιάζει την ποίηση της  πρόσφατα,  από τον χαμό της μητέρας της. Γράφει όμως απ' τα εφηβικά της  χρόνια και  ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσα να τα εκδώσει .
Γεννήθηκε στην Ιεράπετρα Κρήτης το 1947 και τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο. Λίγο αργότερα φοίτησε σε Σχολή Δημοσιογραφίας. Δεν ασχολήθηκε με αυτό το αντικείμενο, αν τ' αυτού, έκανε οικογένεια και το 1976 άνοιξε τη δική της  επιχείρηση. 
Συμμετείχε στο  θεσμό  των Βραυρωνείων στην Αρτέμιδα εδώ και δύο χρόνια και βραβεύτηκε  και για  τις δύο συμμετοχές της . Είναι τακτικό μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών και το έργο της βραβεύτηκε. 
Παρουσίασε τις δύο  ποιητικές της συλλογές  με τίτλο:  "Οι ορυζώνες του φεγγαριού" και "Τα φύλλα του ήλιου", στο πνευματικό κέντρο της Αρτέμιδας με πολύ μεγάλη επιτυχία. Τα ποιήματα  της τραγουδούν τις ομορφιές της πατρίδας μας, τις χαρές ,  τις λύπες, τους οραματισμούς , τις φιλοδοξίες τα όνειρα των ανθρώπων της .
Η  τρίτη της   Ποιητική συλλογή  είναι έτοιμη προς έκδοση με τον τίτλο,"Οι ρίζες της καρδιάς". και ο τίτλος της μας φανερώνει από που πηγάζει αυτό το ταλέντο του ποιητικού της οίστρου. "Γράφει με την καρδιά της ..." και είναι άξια υμνήτρια της ζωής έχοντας πολλά να μας δώσει ακόμα. Πρέπει, ως φωτισμένη διανοήτρια να  εκτελέσει το χρέος της "βρυσομάνας" για να ξεδιψούν πίνοντας γάργαρο πνευματικό νερό οι σημερινές γενιές των νέων μας. Το ζητούν οι καιροί μας...........
Θερμά συγχαρητήρια! 
       Η Πρόεδρος της ΔΕΕΛ                                                                     Η Γεν.Γραμματέας
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΡΒΕΡΗ -ΒΑΡΡΑ                                      ΑΙΚ. ΒΛΑΧΟΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ΜΠΑΤΑΛΙΑ

  
Αιγαίο
Εγώ, το μακρινό Αιγαίο των προγόνων,
στην αναχώρηση του παρελθόντος παρών                      
και στην άφιξη του μέλλοντος,                                    
                     χτυπώ τα τύμπανα.                                          
Εγώ, της γλυκοφιλούσας στεριάς ονειρεύομαι 
και στέλνω φιρμάνι στα πορφυρογέννητα
                                          ακρογιάλια της.                                                         
                Εδώ θα βρίσκομαι φρουρός ακοίμητος της                           
                              περήφανης πολιτείας.                                              
Των βραχονησίδων θα κοινωνώ το σώμα,
φάρους θ' ανάβω στις ρότες των καραβοκύρηδων ,
την παρθενία θα φυλάττω  και το άβατο
των συνόρων μας.
Των μυθικών ηρώων τα περάσματα θα ασπάζομαι,
σε ναό υπέρλαμπρο της Ιστορίας μας
θα ανοίξω τις θύρες σαν τα σήμαντρα 
της ρωμιοσύνης διαβούν τους υδάτινους
πυργους μου.
Στης αντίπερας όχθης το κατώφλι θα σταθώ
και πρώτα Εγώ ,θα ταξιδέψω στης γης
τα πλάτη το "άρατε πύλας" στου γέννους
τη μεγάλη εκκλησιά. Εγώ !Των Ελλήνων Αιγαίο ..         
 
  
Πλοίο Μαργαριτάρι
Των Πόντων έγινες ανάμνηση ταξίδι αλαργινό,
των ποντοπόρων πλοίων ξέφρενη πορεία,
θύμηση αιχμάλωτη σε ξέφτισε ο καιρός,
των οριζόντων το πηδάλιο εχάθη.
Σε ξέρα βρίσκεσαι κουφάρι μακρινό,
κουρέλι κείτεται στη ράχη σου στερνό απομεινάρι
ένα κομμάτι σύμβολο γαλανής Πατρίδας
που άσπρο τοʼκανε ο ήλιος ο τραχύς.
Η ψυχή του ξύλου αναριγά σαν ταξιδεύουν
δίπλα σου περήφανα τα πλοία.
Στόμα δεν έχεις ο λυγμός σου νʼ ακουστεί,
του Σολωμού τον ύμνο να σαλπίσεις,
ούτε σινιάλο να τους κάνεις με καπνό,
μήτε S.O.S. το στίγμα σου να δώσεις.
Μόνο το κύμα το βουβό κι ανταριασμένο
δίπλα σου μένει κι ακόμη πιο πολύ στα βράχια
σε λίγα κρόσσια που σʼ απόμειναν ξεσπά.
Κι εσύ το βλέπω, άλλο δε σουʼμεινε να κάνεις,
φίλος μαζί του να δηλώνεις ταπεινά
νʼ αποζητάς τη συντροφιά του ώσπου,
το μάτι της ψυχής που αργοπεθαίνει
στου κοχυλιού τα σπλάχνα να γενεί 
Μαργαριτάρι.
         
 
Της καρδιάς καλοκαίρι
Μου στέρησες ό,τι απλόχερα η φύση μου χάρισε.
Το χαμόγελο, την ανθρωπιά, των ματιών την αθωότητα,
το μήκος και το πλάτος της καλοσύνης.
Τόσα κι άλλα τόσα, που λέω: Ας πάνε στ' αμίλητα.
Κι εγώ θα παλαίψω, θα παλαίψω, να ξαναβρώ
της ψυχής τους ολάνθιστους κήπους,
τους ήρεμους παλμούς του δίκαιου λόγου,
τα διψασμένα γι' αγάπη καλοκαίρια
στ' αμμουδερά ανάκλιντρα της ακρογιαλιάς,
το ερωτικό κάλεσμα στης καρδιάς τους
τρεμάμενους κύκλους,
την ψυχική ανάταση στους ουρανομήκεις
και διαθλόντες ήχους των νεόσπαρτων αστερισμών.
Λέω:
Τη φραγή θα σπάσω των άπτερων λόγων
στα σοκκάκια της γήινης διαδρομής.
Για πάντα θα σβήσουν των μοχθηρών σύννεφων
οι σχηματισμοί,
σε πέλαγα γαλήνια θα ταξιδεύω τους πόθους μου
και στων γλάρων το πέταγμα
                                                      της μνήμης τη φωνή θα επικαλούμαι
                                                     Καλώς ήρθες της καρδιάς καλοκαίρι.

  Ουρανός γονυπετής
Πώς να προλάβω της μοναξιάς σουτην αοριστία;
Πώς να εντοπίσω τον ομόκεντρο θυμό;
Τους λάθρα επισκέπτες της νύχτας;
Το κατρακύλισμα της ομόηχης ησυχίας,
την παράξενα ανερχόμενη σιωπή;
Στα γλυκόπιοτα μονοπάτια της φυγής
στροβιλίζεται ο άμαχος πληθυσμός.
Κομμάτι κι εγώ στο ατέλειωτο κομβόι
στης ερήμου τα ηλιοκαμένα σωθικά.
Άγνωρα σημάδια, σκουραίνει ο καιρός.
Θεριεύει η σκέψη, ανάμεσα στο φως και στο τίποτα.
Στο λυγμό που κατάπιε η οργή μου, βούλιαξε η θύμηση.
Γέρνω απαλά στο μαξιλάρι της νύχτας.
Ηρέμισαν οι ρίζες της καρδιάς.
Οι χτύποι της ψαλμοί απαλοί,
αβίαστα εκδίδουν πιστοποιητικά  κατανόησης.
Γαία! Γύρω από τον ομφαλό σου
κινείς τα νήματα, σαν ο ουρανός
γονηπετής εμπρός σου στοχάζεται.
  Λυτρωμός
Δεν βρίσκει αναπαμό η μοναξιά μου.
Ούτε καν ξεπεζεύει γι' ανάσα.
Απέραντη φωτοσιγή καλύπτει τον ουρανό μου.
Μπροστά μου στέκεται ο θρίαμβος της αδυναμίας.
Έρποντας σφαγιάζει ό,τι απόμεινε.
Του ήλιου τα ακτινοβλέφαρα, παρακάμπτουν
το κουφάρι μου.
Άοπλος μαχητής, αιωρούμαι στο άπειρο.
Με απόγνωση άπλωσα την παλάμη στο πουθενά.
Άνοιξαν τα σφαλισμένα μάτια,
κι αργοσάλεψαν οι κλώνοι του σώματος.
Ένα βήμα μόνο είπα! Βρες τη δύναμη.
Έστω κι αν είναι να γονατίσει για μια φορά
ακόμη το κορμί.
Η ικεσία στο βλέμμα, χάϊδεψε ταπεινά
τις φτέρνες του φεγγαριού.
Δεν ξέρω για πόσο.
Ένα θυμάμαι.
Το λυτρωμό μου, ν' αγκαλιάζει με λαχτάρα
τον ερχομό της μέρας.
 
 Ανθοβόλιστα χέρια


 Στο βάθος του ορίζοντα η δύση ροδόχρωμο φόρεμα,
 ιριδισμοί στο χρώμα της πορφύρας,
 η χλόη, στων πελμάτων σου το αδύναμο πάτημα,
 έπνεε αύρες κυματιστές σε φυλλώματα δένδρων
 που ωριμάζουν νύχτα τους καρπούς τους,
 για να τέρψουν μάτια αλεηλάτητα
 στης μέρας το απαύγασμα.
 Χρόνους ατέλειωτους κι αιώνες ,της γης ο πυρήνας,
 εγκυμονούσε πλάσμα θείο και μαζί του ταξίδευε
 σε πελάγη και ερήμους, σʼ ουρανούς και γης πλάτη
 και μήκη ατέρμονα, με νύμφες προστάτιδες
 σε δρόμους αγγέλων, πλάι στου ήλιου το ανήσυχο
 βλέμμα και στων άστρων την κατακόρυφη πορεία.
Ορφέα λύρας άκουσμα, τον ερχομό σου διαλαλεί,
πλάσμα ανέραστο, για μένα ρότα χαράσσεις
στου ανέμου τη φορά που ένα γίνεται
με την ανάσα σου .Στο άκουσμά σου κλείνουν
τις πληγές τους οι βράχοι,
το θείο σου ανάστημα θα μετρήσουν οι Μοίρες,
θα γνωρίσουν το γέλιο σου που ως άνθος τρεμοπαίζει
στα χείλη σου χαρισμένο απʼ αυτές,
στης σύλληψής σου την ώρα.
Χλαμύδα πορφυρή τα μάτια σου,
ξαστερώνουν της ψυχής μου το έρεβος,
καθώς το τρένο της σιωπής χάθηκε για πάντα
στου Σύμπαντος τα άγνωστα περάσματα.
Εσύ, για μένα! Ένα μόνο ζητώ.
Τα λαμπυρίζοντα μάτια σου με τʼ άλικα φύλλα,
σταγόνες δακρύζουσες άσβεστου πάθους κομμάτια,
σιμά τους να γείρω, κι απʼ τʼ ανθοβόλιστα χέρια σου,
να πάρουν τη ζωή μου οι αιώνες.

 
Στου ουρανού το ανασκίρτημα

Μέσα σε τούτο το ανεμοδαρμένο ξέφωτο
ποια ρούγα νʼ ακολουθήσω,
το τρένο μη χάσω των ανόθευτων ονείρων;
Της μοίρας να πάρω την απόκριση
για τούτα τα νιάτα που κλαίνε για χαρές
περασμένες και στιγμές γήινες,
σʼ αποδράσεις που το τέλειο αγγίξαν;
Πόσο ακόμη αγρίμι θα γίνομαι σʼ ένα λίκνο
που δεν χάρηκα το νανούρισμα,
που γυμνές αιωρούνται οι ώρες
κάτω από τούλι νυφιάτικο, εγώ, έξω απʼ αυτό,
βυζαίνω του χρόνου το στήθος,
σαν μωρό απαλά το χαϊδεύω, περιμένοντας
στου νου το σπέρμα νʼ ανάψει η δάδα,
φως Ολύμπιο νʼαναταράξει τα κύτταρα
της συντριβής, στου πανικού την απομόνωση
σταλαχτίτες μνήμης να φωταγωγήσουν
τη μαρμάρινη σιωπή.
Να γυρίσω θέλω,
έστω κι αν τα αργύρια της επιστροφής,
σώμα και αίμα, ψυχής κατάθεση
και αρχέγονο πνεύμα της άπληστης γης
κι άνομου φιρμάνι και ταπείνωση,
εγώ, σε ανάταση το χέρι υψώνω
και την άφιξή μου στηρίζω σταθερά,
ακουμπώντας τη ματιά μου στου ήλιου
το φόρεμα και στων Τιτάνων το λίκνισμα,
στʼ ουρανού το ανασκίρτημα το αιώνιο.




Εμείς οι εκλεκτοί Του

          Παρόντες στις επετειακές παραστάσεις κοσμογονικών
          πεπραγμένων, των εγκοσμίων αξόνων σημαιοφόροι,
          σημαίας κοσμοκράτορα και παραστάτες τοιαύτης,
          μάρτυρες, του από καθ’ έδρας τέλειου αρχιτεκτονικού
          γίγνεσθαι, άνθρωποι, εμείς οι εκλεκτοί Του.
          Εμείς , ταπεινοί θαυμαστές, τεταρτιμόριων τέλειων
          του Σύμπαντος απολαμβάνουμε του ιθύνοντος νου,
          το τέλειο  ένδυμα.
          Γη, φως, αέρας, φωτιά ,νύχτας πέρασμα,
          δισθεόρατο μήκος και πλάτος, ύψος και σταυρωτοί επιταχυντές,
          διαδρομής σταθερής κομμάτια ανέπαφα,
          τελειομανείς  μαγνήτες άνωθεν συντεταγμένων,
          στα ορθάνοιχτα μάτια μας οι σταθερές του κόσμου.
          Μια ρανίδα άχρωμης βροχής, η γράφουσα,
          η μοναδικότητά μου, της παρούσας στιγμής τέκνο μικρό,
          από βάση μηδενική το χρέος μου εξοφλώ,
          στο «ο καθείς εφ’ ω ετάχθη», ως το περιούσιο Ον ορίζει.
          Στην οργή Του, της χάρης Του ο λόγος προέχει.
          Στης απερατοσύνης τα κιγκλιδώματα σφαγιάζονται έθνη,
          σιωπηρά συμπαρίστανται οι λαοί,
          στο θυμό Του διακονία και έλεος, Ο των πάντων ΠΑΤΉΡ.
          Εγώ, Εσύ, Εμείς, οι εκλεκτοί Του.