Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ Π ΚΑΒΑΦΗ -Γ. ΓΙΑΚΟΥΜΙΝΑΚΗΣ



 Η Διεθνής Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών & Καλλιτεχνών απέδοσε φόρο τιμής στον μεγάλο Ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη με την συμπλήρωση 150 χρόνων από την γεννηση του. 

"2013 έτος Καβάφη" το όνόμασε το Υπουργείο Πολιτισμού 

Η Πρόδρος και Ιδρύτρια της ΔΕΕΛ κα Χρυσούλα Βαρβέρη -Βάρρα  προλόγισε αναφερόμενη στο μεγάλο έργο του πολυμεταφρασμένου Ποιητή με την ιδιαιτερότητα της Προσωπικότητας του, το ευρύ πνεύμα του και την παιδεία του, που καταξίωσαν το ποιητικό έργο του διεθνώς, αφήνωντας όμως την λεπτομερή παρουσίαση,  στον εκλεκτό  Σύμβουλο της ΔΕΕΛ . Γεώργιο Γιακουμινάκη.    




Αθήνα 28-2-2013

Κυρία πρόεδρε Χρυσούλα Βαρβέρη-Βάρα , 
αγαπητοί συνάδελφοι λογοτέχνες.


Μαζευτήκαμε σήμερα στο γνωστό εργαστήρι λογοτεχνίας και ποίησης της ΔΕΕΛ  προκειμένου να  αποδώσουμε  φόρο τιμής στην προσωπικότητά και το έργο του μεγάλου Αλεξανδρινού  ποιητή  Κωνσταντίνου Καβάφη , συμμετέχοντας στις γενικότερες εκδηλώσεις μνήμης του, αφού το 2013 έχει χαρακτηρισθεί από την ελληνική διοίκηση σαν έτος Καβάφη με τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννησή του.
Πριν αρχίσω την κύρια ομιλία μου ήθελα να ευχαριστήσω την  πρόεδρό μας κ. Χρυσούλα Βαρβέρη – Βάρα για την τιμή που μου έκανε να είμαι ο ομιλητής για μια τόσο σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής ποίησης.
Ο Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 17 Απριλίου 1863. (29 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο).
Είναι το ένατο και τελευταίο παιδί  πλούσιας Φαναριώτικης καταγωγής οικογένειας που ζούσε στην  Αλεξάνδρεια, όπου ο πατέρας του είχε τις επιχειρήσεις του, ασχολούμενος  με το εμπόριο σιταριού και βαμβακιού και υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και σημαντικότερους παράγοντες της τοπικής  Ελληνικής παροικίας. 
Ο Πατέρας του Καβάφη από το γάμο του με τη Χαρίκλεια το γένος Φωτιάδη απέκτησε εννέα παιδιά. Λέγεται ότι καημός της μητέρας του ήταν να αποκτήσει μία κόρη .Το όγδοο παιδί της  γεννήθηκε κορίτσι αλλά δυστυχώς πέθανε σε νηπιακή ηλικία και έτσι όταν απέκτησε το τελευταίο παιδί της τον Κωνσταντίνο  επηρεασμένη από την  πρόσφατη  απώλεια της μοναχοκόρης της τον κανάκευε και τον έντυνε σαν κορίτσι, γεγονός που ίσως επηρέασε ψυχολογικά τον ποιητή στην μετέπειτα διαμόρφωση του χαρακτήρα και των ιδιαιτεροτήτων του.
Για την παιδική του ηλικία και τις σπουδές του Καβάφη δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα. Τη μόρφωσή του την πήρε στο σπίτι του από οικοδιδασκάλους και τη συμπλήρωσε με πολύ και συστηματικό διάβασμα βιβλίων που δανείζονταν  από τις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας.
Η ιδιότυπη παιδεία του, έργο φιλοπερίεργου και  φιλόμαθου αναγνώστη είχε ωστόσο πλούτο και ασυνήθιστη ευρύτητα. Προικισμένος με μία  εκπληκτική λεπτομερειακή μνήμη αποτύπωνε κάθε τι που μελετούσε με αποτέλεσμα στις διάφορες συζητήσεις να έχει την ικανότητα να εκφράζει θέσεις και απόψεις που προβλημάτιζαν ακόμη και ειδήμονες  σε όλα τα θέματα.
Γνώριζε πολύ καλά ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά και είχε μεγάλη ευχέρεια στο να απαγγέλει στίχους του στις παραπάνω γλώσσες. Είχε ακόμη μελετήσει ελληνική ιστορία ,κλασική και ευρωπαϊκή φιλολογία.
Όταν ήλθε στην Κωνσταντινούπολη συμπλήρωσε τις σπουδές του και  είχε την επιθυμία να ακολουθήσει  την πολιτική και το δημοσιογραφικό κλάδο.
Χρονολογικά η ζωή του  σε γενικές γραμμές ακολούθησε τα ακόλουθα στάδια.
Το 1870 πεθαίνει  ο πατέρας του.  Το 1872 η οικογένειά του μετακινήθηκε στο Λίβερπουλ της Αγγλίας όπου παρέμεινε  μέχρι το 1877,  στα τέλη του οποίου επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια.
Προηγουμένως το 1876 στο οικονομικό κραχ που χτύπησε την Αίγυπτο διαλύθηκε ο εμπορικός οίκος της οικογένειας, που έχασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της.
Το 1882 συνέβησαν μεγάλες εξεγέρσεις στην  Αλεξάνδρεια και η πόλη βομβαρδίστηκε από τον Βρετανικό στόλο στις 11 Ιουνίου. Από τους βομβαρδισμούς και τις πυρκαγιές που ακολούθησαν  καταστράφηκε το σπίτι των Καβάφηδων  στην Αλεξάνδρεια και η οικογένεια μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του παππού του, πατέρα της μητέρας του, Γεωργάκη Φωτιάδη.
Σύμφωνα με πληροφορίες αυτών που ασχολήθηκαν με τη ζωή και  το έργο του κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη άρχισε να εκδηλώνεται ο  ομοσεξουαλισμός του με τον εξάδελφό του Γ. Ψύλλιαρη.
Πολλά έχουν γραφεί για τα έκφυλα πάθη του  και πολλοί θέλησαν να ερμηνεύσουν την ποίησή του με βάση τον ηδονισμό του.
 Βέβαια η ομοφυλοφιλία τον οδήγησε στη μοναξιά και τον αλκοολισμό και οι αδυναμίες του τον συνόδευαν  σ’ όλη του τη ζωή και επηρέασαν ανεξίτηλα το έργο του. Βασανίστηκε σκληρά στην προσπάθειά του να απαλλαγεί απ’ αυτές. Όμως δεν ήταν φτιαγμένος από την πάστα των ανθρώπων που όταν  θελήσουν μπορούν να πετάξουν από πάνω τους τα πάθη και τις αδυναμίες των.
 Στο ποίημά του  «Ομνύει»  εκφράζει τις βασανιστικές του αναζητήσεις λύτρωσης από το πνιγηρό τέλμα της ηδονής  και γράφει:
« Ομνύει κάθε τόσο  ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα  με τες δικές της συμβουλές
με τους συμβιβασμούς της και με τες υποσχέσεις της…
Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα  με τη δική της δύναμι
του σώματος που θέλει  και ζητεί ,στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.                                                                       
    Η προσπάθειά του αυτή εκφράζεται παραστατικά και στις σημειώσεις του, που βρήκε ο Γιάγκος Περίδης που έζησε από κοντά τον ποιητή ,ψάχνοντας τα χαρτιά του μετά το θάνατό του.
«….Βλέπω καθαρά το κακό και την αναστάτωση που προξενούν στον εαυτό μου οι πράξεις μου……» και παρακάτω  « ….απελπισία, απελπισία…. Πλανώμαι ολότελα αν νομίζω ότι αυτό το πράγμα δεν έχει συνέπειες….» κι αλλού  «….Να σωθώ, να σωθώ. Φτάνουν τα βασανιστήρια όπου κυλιέμαι και που φθείρουν  τον οργανισμό μου….»  κι αλλού  «Τι να κάμω; Αλλ’ αν αποφασίσω υφίσταμαι μαρτύριο……..»
Στις 9 Νοεμβρίου 1903 θα γράψει :  «Μ’ επέρασεν από τον νουν απόψε να γράψω δια τον έρωτάν  μου. Και όμως δεν θα το κάμω. Τι δύναμη που έχει η πρόληψις . Εγώ ελευθερώθηκα από αυτήν ,αλλά σκέπτομαι τους σκλαβωμένους υπό τα μάτια των οποίων μπορεί να πέσει αυτό το χαρτί. Και σταματώ. Τι μικροψυχία . Ας σημειώσω όμως ένα γράμμα –Τ - ως σύμβολον αυτής της στιγμής …»   Στις 13 Δεκεμβρίου θα γράψει  «Δεν ηξεύρω αν η διαστροφή δίδει δύναμιν. Κάποτε το νομίζω. Αλλά είναι βέβαιον ότι είναι η πηγή μεγαλείου». 
Το έτος 1884 έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και πεζά που παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι τη δεκαετία του 1960 ενώ συνέχισε τις επαφές του με τους φίλους του στην Αλεξάνδρεια.
Τον Οκτώβριο του 1885 η οικογένεια επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια όπου ο ίδιος απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες .
Το 1886 φαίνεται να ασχολείται με τη δημοσιογραφία  στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» ενώ γράφει  συστηματικά  ποίηση και λιγότερο πεζογραφία.
Το ίδιο έτος δημοσίευσε στο περιοδικό ΄Εσπερος της Λειψίας  τα έργα του «Βακχικόν», «Μάταιος, Μάταιος έρως», «ο ποιητής και η μούσα», και στην «Ομόνοια» της Αλεξάνδρειας  το πεζό «οι απάνθρωποι φίλοι των ζώων».
Το 1889, πεθαίνει στην Αλεξάνδρεια ο φίλος του Μικές Ράλλης ο θάνατος του οποίου  επηρέασε το έργο του  ποιητή . Είχε κρατήσει ημερολόγιο για την ασθένεια και τις τελευταίες ημέρες του φίλου του που δημοσιεύθηκε το 1963.
Το 1891 πεθαίνει στο Λονδίνο ο αδελφός και άλλοτε συνεταίρος του πατέρα του Πέτρος-Ιωάννης,  σπουδαία φυσιογνωμία της ελληνικής παροικίας.
Το Σεπτέμβριο του 1891 δημοσιεύει στο Αττικόν  Μουσείον  το νέο του ποίημα «Κτίσται» για το οποίο δημοσιεύεται σαν απάντηση της σύνταξης  σχόλιο πιθανότατα του Ιωάννη Πολέμη στην οποία αναφέρεται : «Το ποίημά σας μας εφάνη εξόχως ωραίον  και θα ήτο ίσως ωραιότερον αν δεν έκανετε  κατάχρησιν του συστήματος εκείνου της Γαλλικής στιχουργίας του να μεταβαίνωσιν οι προτάσεις από του ενός στίχου εις έτερον .΄Εχει όμως τόσα άλλα προτερήματα το ποίημά σας ώστε να παραβλέπει τις τας μικράς ταύτας ποιητικάς ιδιοτροπίας σας…….»
Το ποίημα τυπώνεται αυτοτελώς και διανέμεται σε φυλλάδια .
Το 1892 προσλαμβάνεται σαν γραφέας στην υπηρεσία αρδεύσεων  του Υπουργείου Δημοσίων έργων της Αιγύπτου ενώ συνεχίζει γράφει και να δημοσιεύει ποιήματά του.
το 1896 πεθαίνει στην  Κωνσταντινούπολη  ο παππούς του, πατέρας της μητέρας του Γεωργάκης Φωτιάδης.
Συνεχίζει να δημοσιεύει ποιήματά του στον «Αλεξανδρινό Κόσμο» και το αθηναϊκό «΄Αστυ».
Ο Γ. Τσοκόπουλος στο βιβλίο του  «Αιγυπτιακαί αναμνήσεις – Η Ελληνική Αλεξάνδρεια» σημειώνει για τον Καβάφη : «Υπάρχει όμως εις την Αίγυπτο και ποιητής  φιλοσοφικός με όλην την νεαρωτάτην του ηλικίαν ,ποιητής σκεπτικιστής,  συμβολικός κατά την ευτυχεστέραν εκδοχήν της λέξεως. Ο κ. Καβάφης  έχει αληθινήν ποιητικήν φλόγαν μέσα του …η δε «Ελεγεία των λουλουδιών» έχει κάτι από την αιθέριαν ποίησιν του Σέλεϋ……
Το 1897 εκδίδει σε τετρασέλιδο τα «Τείχη» ,δίγλωσση έκδοση σε αγγλική μετάφραση του αδελφού του Ιωάννη-Κωνσταντίνου.
Το 1898 δημοσιεύει στο Εθνικόν ημερολόγιον  Σκόκου.  Ο Σκόκος τον περιγράφει ως εξής : «Το ημέτερον ημερολόγιον είναι γνωστόν ότι σκοπεί κυρίως να παρέχει κατ’ έτος  πιστήν ως ένεστι την φιλολογικήν φυσιογνωμίαν ου μόνον του Κέντρου…..Ούτω μεταξύ των εν Αλεξανδρεία κύκλου των δοκίμων λογίων δικαίως συγκαταλέγεται ο ηδυεπής και αβρότατος  ποιητής Κων/νος Καβάφης ο με τόσα μεστά χάριτος και πρωτοτύπου εμπνεύσεως έργα κοσμών έκάστοτε τα αλεξανδρινά φύλλα…»
Το 1899 πεθαίνει η μητέρα του που ο ποιητής ελάτρευε.
Το 1900 πεθαίνει ο πρωτότοκος αδελφός του Γεώργιος.
Στις 10-6- 1901 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Αθήνα, όπου γνωρίζεται με τους Ιωάννη Πολέμη, Κίμωνα Μιχαηλίδη, Γρηγόριο Ξενόπουλο και άλλους. Αργότερα ο Ξενόπουλος θα γράψει για τις πρώτες εντυπώσεις του από την γνωριμία τους αυτή. : « Είναι νέος αλλ’ όχι εις την πρώτην νεότητα. Βαθειά μελαγχολικός ως γηγενής της Αιγύπτου με μαύρον μουστακάκι ,με γυαλιά μύωπος, με περιβολήν Αλεξανδρινού κομψευομένου, αγγλίζουσαν ελαφρότητα…..Υπό το εξωτερικόν εμπόρου ως συστήνεται γλωσσομαθούς, ευγενεστάτου  και κοσμικού κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος και ο ποιητής…..
Το 1902 πεθαίνει ο αδελφός του Αριστείδης.
Το 1903 πραγματοποίησε το δεύτερο ταξίδι  του στην Αθήνα. Γνωρίζεται με τον Λάμπρο Πορφύρα. Στην εφημερίδα Νέον ΄Αστυ των Αθηνών δημοσιεύεται εγκωμιαστικό σχόλιο για τον ποιητή με τίτλο  «Η σπανία ποίησις» πιθανότατα γραμμένο από τον Γρ .Ξενόπουλο.  Επίσης δημοσιεύεται στα «Παναθήναια» το ιστορικό άρθρο του Γρ.Ξενόπουλου «΄Ενας ποιητής» η πρώτη εκτενής μελέτη για την ποίηση του Καβάφη με καίριες παρατηρήσεις.
Το 1904 συνεχίζει να δημοσιεύσει έργα του και εκδίδει σε οκτασέλιδο το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» τυπωμένο πιθανώς σε πενήντα αντίτυπα και άλλα.
Το πρώτο εξάμηνο του 1905 γνωρίστηκε στην Αλεξάνδρεια με τον ΄Ιωνα Δραγούμη και σχεδιάζαν την έκδοση ενός περιοδικού με τίτλο «Τέσσερα τεύχη» το οποίο όμως δεν εκδόθηκε ποτέ. Επισκέφθηκε για τρίτη φορά την Αθήνα όπου βρισκόταν νοσηλευόμενος από τυφοειδή πυρετό ο αδελφός του Αλέξανδρος, ο οποίος τελικά απεβίωσε στις 21 Αυγ. του 1905.
Το 1909 άρχισε να συγγράφει τη «Γενεαλογία» στην οποία δίνει πολλές πληροφορίες για τους γονείς και τις οικογένειές τους ,την οποία όμως εγκαταλείπει μισοτελειωμένη το 1911.
Τον Απρίλιο του 1909 ο Παύλος Περίδης δίνει διάλεξη με θέμα το έργο του Καβάφη, που είναι η πρώτη που δίδεται στην Αλεξάνδρεια  για το έργο του.
Το 1911  ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε συνέντευξή του στην εφημερίδα των Αθηνών «Αθήναι» τοποθετεί την ποίηση του Καβάφη «ανάμεσα στις ωραίες πνευματικές απολαύσεις του τόπου μας..»
Το 1917 κυκλοφόρησε με τη συγκατάθεση του Καβάφη μελέτη για το έργο του από τον Γ. Βρισιμιτζάκη στην οποία συμπεριλαμβανόταν 21 ποιήματά του  ,που σημείωσε μεγάλη επιτυχία .
Το 1920 πεθαίνει στη Γαλλία ο αδελφός του Παύλος
Στις 30 Μαρτίου 1921 στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου  ο Τέλος ΄Αγρας δίνει διάλεξη του με θέμα :«ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης» που είναι η πρώτη σοβαρή διάλεξη για τον ποιητή στην Αθήνα. Στην εφημερίδα Εμπρός ο Κωστής Παλαμάς γράφει  «Υπάρχει εις ποιητής ομολογημένης πρωτοτυπίας ο Καβάφης εξαιρέτως τιμώμενος υπό των νέων εκεί….»
Το 1923 πεθαίνει ο αδελφός του Τζων.
Το 1926 η δικτατορία Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη το παράσημο του Φοίνικος που είναι και η μοναδική διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής από την Ελληνική πολιτεία όσο ζούσε.
Στις 15 Απριλίου 1927 Ο Νίκος Καζαντζάκης δημοσιεύει τις εντυπώσεις του από την επίσκεψη του στο σπίτι  του ποιητή.
Το 1932  έρχεται για ιατρικές εξετάσεις στην Αθήνα οπότε διαπιστώνεται από τους γιατρούς ότι οι ενοχλήσεις που είχε τα τελευταία χρόνια στον λάρυγγα εξελίχτηκαν σε καρκίνο του λάρυγγα. Μετά από κάποια θεραπεία επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Είναι η αρχή του τέλους. Εισάγεται στο νοσοκομείο της Ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας όπου παραμένει νοσηλευόμενος. Στο κρεβάτι εξακολουθεί να δουλεύει. Στις 28 Απριλίου 1933 παθαίνει συμφόρηση και το πρωί της 29ης Απριλίου ημέρα των γενεθλίων του αποδημεί .
Τάφηκε στην Αλεξάνδρεια στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων στο ελληνικό κοιμητήριο του Σιάτμπυ.
Πώς να εκφραστώ τώρα εγώ ένας ταπεινός μελετητής  για το έργο ενός ποιητή της εμβέλειας του μεγάλου Καβάφη, που για τη ζωή και το έργο του έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες , έργα του έχουν μεταφραστεί  στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου και δεν υπάρχει ελληνική και ξένη ανθολογία που να μην περιλαμβάνει κάποια ποιήματά του;
Η ενασχόληση τόσων πολλών ειδικών με   τη ζωή και το έργο του, είχε σαν αποτέλεσμα να ακουστούν οι πιο παράτολμες και παράξενες απόψεις.
Γεγονός είναι  ότι είχε και έχει άπειρους θαυμαστές και άλλους τόσους πολέμιους. Τελικά αυτό που μετράει είναι ότι είναι ένας μεγάλος ποιητής και έχει πάρει τη θέση του στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας και της ποίησης.
Όλα του τα ποιήματα έχουν την προσωπική σφραγίδα του .Είναι σαν να έρχονται από έναν άγνωστο κόσμο . Γι’ αυτό προκάλεσαν τόσες πολλές συζητήσεις επαινέθηκαν και κατακρίθηκαν.
Ένας απ’ αυτούς που θεωρούνται ότι απέδωσαν σωστά και αντικειμενικά τη βιογραφία του Καβάφη είναι ο κριτικός Τίμος  Μαλάνος στη μελέτη του «ο ποιητής Καβάφης» και με συμπληρωματικά σχόλια «ο Καβάφης και η εποχή του» .
Ο Καβάφης -λέει ο Μαλάνος –κάτεχε καλά αυτό που λένε τεχνική και βασιζόμενος σ’ αυτή έπαυσε να μιλάει σα θεόπνευστος. Δεν ήταν εξ άλλου πηγαίος. Γι’ αυτό έμεινε ποιητής υπομονής ,που μεταχειρίζεται τη σοφία του ,τις γνώσεις του, την τεχνική του εμπειρία για να κάνει τέχνη. Μιλούσε πάντοτε με λέξεις ,γιατί ήξερε πως η ομορφιά, η πνευματικότητα ενός στίχου ,πολλές φορές, ίσως πάντα ,δεν είναι παρά μία ιδανική διάταξη λέξεων».
Ο Κώστας Βάρναλης γράφει για την πολυσυζητημένη ποίηση του Καβάφη:
«Το δράμα αυτών των ποιημάτων (του Καβάφη) έχει ένα μεγάλο προσόν ,την καθολικότητα. Δεν είναι το δράμα ενός ατομικού «ήρωα» παρά ολάκερης της ανθρωπότητας. Είναι η ματαιότητα και η ανελέητη φθορά όλων των πραγμάτων του φυσικού ,του ηθικού και του πνευματικού κόσμου….»
Ας αφήσουμε όμως να μας  μιλήσουν αποσπασματικά για το έργο του Καβάφη και κάποιοι άλλοι σύγχρονοί του, σημαντικοί πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας.
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει………Είναι πολύς καιρός δέκα ίσως και δώδεκα χρόνια αφ’ ότου εδιάβασα εις κάποιον ημερολόγιον το πρώτον του ποίημα……το ποίημα δεν ήτο βέβαια έξοχον  αλλά πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστόν και το ασυνήθιστον ....
Από τότε αγαπούσα να διαβάζω  ότι απαντούσα με αυτό το όνομα.   Τα χρόνια περνούσαν .Σιγά- σιγά η προσοχή μου μετεβλήθη εις εκτίμησιν  κι έξαφνα μίαν ημέραν , παρετήρησα μ’ έκπληξιν , με φόβον, ότι η εκτίμησις είχε φθάσει τα επικίνδυνα όρια του θαυμασμού. Διότι δεν είναι ολωσδιόλου ακίνδυνον πράγμα πιστεύσατέ με να θαυμάζετε έναν ποιητήν που ονομάζεται Καβάφης…..
Ο Ακαδημαϊκός  Παύλος Νιρβάνας θα γράψει : «Για το κριτικό αντίκρισμα ενός έργου τέχνης ,φαντάζομαι πως ο καθένας έχει το δικό του τρόπο. Άλλοι πρώτα κρίνουν και ύστερ’ αγαπούν. Άλλοι πρώτα αγαπούν ένα έργο τέχνης και ύστερα προσπαθούν να βρουν το λόγο της αγάπης τους. Εγώ ακολουθώ το δεύτερο……..
Με τον τρόπον αυτόν ενθυμούμαι , πρωτοαντίκρισα και την ποίηση του Γρυπάρη.
-Ωραία ποιήματα …είπα σ’ ένα φίλο που είχαμε διαβάσει μαζί πρωτοδημοσιευμένους στην παλιά «Εστία» τους «Σκαραβαίους και Τερακότες»
Γιατί είναι ωραία ; με ρώτησε με κάποιους δισταγμούς.
-Θα σκεφθώ και θα σου απαντήσω του είπα.
Ήτανε μια μελέτη μου για το Γρυπάρη  που δημοσιεύθηκε σε τρεις συνέχειες…..Με τον ίδιο τρόπο πρωτοαντίκρισα την ποίηση του Κωνσταντίνου  Καβάφη. Αν μου ζητούσε κανείς να του πω γιατί ο Καβάφης είναι ένας ποιητής δεν θα μπορούσα αμέσως να του απαντήσω. Από μέσα μου όμως ήμουν βέβαιος πως είναι ποιητής.
Και παρακάτω « αυτός επιτέλους ήταν ο Καβάφης. ΄Ενας ποιητής που με τον τρόπον του συγκινούσε βαθειά ,δημιουργούσε ψυχικές καταστάσεις και κινούσε τη σκέψη σε μυστικούς και ωραίους δρόμους……
Ήταν ένας ποιητής που δεν θ’ αποχτήσει ποτέ μαθητές ,γιατί δεν είναι βολετό να αποχτήσει και γιατί θα ήταν επικίνδυνο ν’ αποχτήσει. Σ’ αυτό που έχτισε με την εξωτικιά του τέχνη θα μείνει πάντα θαυμαστός, αλλά πάντα μόνος».
Ο Ακαδημαϊκός Πέτρος Χάρης θα γράψει:
«Οι μισοί τουλάχιστον από τους λογοτέχνες μας προσπαθούν να εξηγήσουν το έργο του Καβάφη. Εγώ θα κάμω κάτι άλλο: Θα προσπαθήσω να δικαιολογήσω τη  γενεά που δεν τον κατάλαβε και ικανοποίησε τις πνευματικές της ανάγκες με την εργασία ποιητών που ξεχάστηκαν προτού πεθάνουν κι έπαψαν να συγκινούν κι όσους ακόμα δε ζητούν τίποτα περισσότερο από τις κουδουνιστικές ρίμες ,από τη ρηχή αισθηματικότητα  ή από το πελάγωμα σε σκέψεις και ανησυχίες  ακατανόητες και ανειλικρινείς. ο Αλεξανδρινός ποιητής έζησε τα καλλίτερα χρόνια του ,τα χρόνια της δημιουργίας και των αναζητήσεων ,δηλαδή την  εποχή που ο σκεπτόμενος άνθρωπος αναζητάει στηρίγματα και δέχεται περισσότερο την επίδραση του περιβάλλοντος. Όλα αυτά τα χρόνια τά ζησε σε μια γενεά που δεν τον κατάλαβε, που έμεινε αδιάφορη εμπρός στις προσπάθειές του και δεν υποπτεύθηκε καν τις αγωνίες του. Η αδιαφορία της γενεάς του είναι περισσότερο αδικαιολόγητη ,γιατί είναι η αδιαφορία μιας γενεάς λυρικών…..Και όλοι συμφωνούσαν  ότι η ποίηση  και ειδικότερα η λυρική ,ήταν η πνευματική εκδήλωση που επικρατούσε όταν ο Καβάφης  άρχισε να παρουσιάζει την εργασία του ,δηλαδή λίγο πριν , λίγο έπειτα από το 1900. Αυτός όμως είναι και ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη άφησε  αδιάφορους τους μορφωμένους της εποχής ή επροκάλεσε την αντίδρασή τους. Ο Καβάφης έμεινε παρεξηγημένος  ή αγνοημένος περισσότερο από 15 χρόνια , ακριβώς επειδή έτυχε η γενεά του  να είναι γενεά λυρικών……..
Βέβαια το έργο του δεν ενθουσιάζει αλλά κάνει κάτι καλλίτερο, προπάντων σ’ ένα τόπο που τον κατάστρεψαν οι ενθουσιασμοί , τα μεγάλα λόγια και οι εύκολες αποφάσεις: Προετοιμάζει τον άνθρωπο για τις μεγάλες περιπέτειες ,για τα φοβερά διλλήματα, για τις κρίσιμες στιγμές  και τον οπλίζει με την καρτερία και την αξιοπρέπεια που πρέπει να έχει  όποιος δε θέλει να ποδοπατηθεί απ’ τη ζωή….
Αλλ’ αν οι μορφωμένοι μας έπαθαν ένα αιφνιδιασμό ,οι ποιητές μας βρέθηκαν εμπρός σε μια σκληρή άρνηση που δεν είχαν τη δύναμη να τη δεχτούν.  Το έργο του Καβάφη δεν ήταν συνέχεια άλλης εργασίας ,δεν παρουσίαζε τίποτε το κοινό με τα τραγούδια που προκαλούσαν τότε απεριόριστο θαυμασμό δεν έβγαινε μέσα από την παράδοση . Ερχόταν , χωρίς να υπάρχει καμιά προειδοποίηση ,για να δώσει αφορμή  σε συζητήσεις επικίνδυνες, σε αμφιβολίες, σε αναθεωρήσεις αξιών………»
Αυτός ήταν ο ποιητής Καβάφης. Πρέπει όμως να κρίνομε έναν καλλιτέχνη ,έναν ποιητή ,έναν συγγραφέα από τον ιδιωτικό του βίο; Ασφαλώς όχι .΄Εστω κι αν το έργο του δεν  συντελεί στην ανοδική αγωνιστική πορεία της ζωής ,τον κρίνομε μόνο από το πόσο φωτοβολεί το, σε περιεχόμενο και σε μορφή.
Απ’ αυτή την άποψη ,ο Καβάφης είναι από τους πιο μεγάλους ποιητές της εποχής του και για την Ελλάδα  και για την Ευρώπη .Κανένας άλλος ποιητής δεν μας έδωσε με τόση ζωντάνια και σαφήνεια τον ηθικό ξεπεσμό και την αγωνία ενός κόσμου που ψυχορραγεί κάτω από το βάρος των αμαρτιών του .
Προσωπικά με συγκλονίζει το ποίημα του Καβάφη «περιμένοντας τους βαρβάρους». Σ’ αυτό ο ποιητής μας δίνει μια πολύ δυνατή και περιγραφική εικόνα του ξεπεσμού και της κρίσης της Κοινωνίας της  εποχής του, που δεν βλέπει άλλη διέξοδο από τον ερχομό των βαρβάρων για να αλλάξει κάτι. Τελικά οι βάρβαροι δεν έρχονται  και ο κόσμος ανακυκλώνεται και σήμερα ακόμη  στην ίδια και την ίδια λάσπη και συνεχίζει να αναρωτιέται «Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους…..;»
Κλείνοντας ήθελα να αναφέρω ότι 37 από τα ποιήματά του χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο σαν «αποκηρυγμένα» μεταξύ των οποίων είναι τα ακόλουθα :
Αν μ’ αγαπάς , Βακχικόν, Εις την Σελήνην , Μάταιος-Μάταιος έρως, Ώραι μελαγχολίας .

 Ας απολαύσουμε όμως τώρα κάποια από τα αγαπημένα μου ποιήματα του  Καβάφη.

Αρχίζω με το «περιμένοντας τους Βαρβάρους.» 


Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

Γιατί οι δυο μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κι η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους,
οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.



 "Όσο μπορείς"

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[1913]
                                                           Στιγμιότυπο εκδήλωσης

                                                                                                         Γιώργος  Γιακουμινάκης