Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΕΛΕΝΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΡΕΤΣΗ


                         ΟΡΦΥΚΗ ΜΟΙΡΑ ΤΑΛΑΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΦΙΛΗ ΜΑΣ                               

Είχα κάποιον  κάποτε  γνωρίσει με  μάτια  μεγάλα  γαλανά , 
καστανόξανθα μαλλιά, είχε πρόσωπο σταράτο και  αρρενωπό
  ήταν ψηλός: ο πρώτος μου καημός και τον έλεγαν  Ορφέα..

 Την νύχτα φωσφόριζε η παρουσία του,  την  μέρα φεγγοβολούσε,
και σαν ηλιαχτίδα χαμογελούσε και   λευκά μαργαριτάρια στόλιζαν
το στόμα  με τα σαρκώδη χείλη σκορπώντας ευωδιές  η αναπνοή του,
  με  αγκάλιαζαν  τα  αθλητικά μπράτσα  του και έλιωνα από ευτυχία!

                                Έτσι αγνά μπερδευτήκαμε  οι δύο μας  στης αγάπης  τον ιστό                           
 και κάθε λίγο μου   έλεγε  πως ονειρεύονταν  να ταξιδεύει
στο γύρω του κόσμου να εμπνευστή νέους στίχους και  ήχους
για την  μουσική του.

Σαν έπαιζε την λύρα  του οι νότες με απογείωναν,  και ένιωθα να
αιωρούμαι ψηλά  στους αιθέρες  και σε ολόκληρη την οικούμενη, σαν τα
 γαλαζοπράσινα  μεγάλα  μάτια ωκεανός, και τα καστανόξανθα  σγουρά
μαλλιά  σχημάτιζαν ανταύγειες  ηλιαχτίδων!

                   Ο Ορφέας  συνέχιζε να  μου  έλεγε πως  θέλει να ταξιδέψει                  
 σαν το Οδυσσέα: γιατί ένιωθε από παιδί πως τον κουβαλούσε
στα κύτταρα του, και τον ωθούσε να φύγει για να αντρωθεί και να
 επιστρέψει στην Ελλάδα  γενναίος και σοφότερος!

 Του έλεγα  το άγνωστο αγαπημένε μου κρύβει κινδύνους  γι αυτό ο
Οδυσσέας με τους Αργοναύτες  κινδύνεψαν  από θυελλώδεις καιρικές
συνθήκες και φουρτουνιασμένα πελάγη και ωκεανούς, μα και  από
την μάγισσα Κίρκη, και την  επιπόλαιη Καλυψώ να μην  επιστρέψει
στην Ιθάκη που τον περίμενε δέκα χρόνια η αγαπημένη του γυναίκα
Πηνελόπη!

Και εκείνος μου έλεγε. «Η  ζωή  καλή μου δεν είναι στρωμένη με
ροδοπέταλα: αλλά και με αγκάθια για να  δοκιμάζονται  οι αντοχές 
των ανθρώπων στο επίγειο ταξίδι  που αγωνίζεται για τα ζην και τα
εφ ζην, προς όφελος του, των αγαπημένων του και της κοινωνίας
 της εποχής τους.

Και  σαν με έβλεπε δακρυσμένη  σηκώνονταν από το γρασίδι   και  
κρατώντας  τα δυο χέρια μου  με  σήκωνε  τραβώντας  με,   με  πάθος
στην θερμή αγκαλιά  του  φιλώντας  έλεγε σε αγαπώ,  γελώντας  ανέμελα
σαν  παιδί έτρεχε και  κρύβονταν  στους κορμούς  των δέντρων  
φωνάζοντας  μου  έλα  να με βρεις  αν μπορείς»!

Και  τρέχαμε και οι δυο σαν ζαρκάδια και  κρυβόμαστε  πίσω από τα
γιγάντια  και αιωνόβια πλατάνια, σαν σμίγαμε ξαπλώναμε  πάλι στο
τρυφερό καταπράσινο γρασίδι  με τα χαμομήλια: αγκαλιαζόμαστε και
κυλιόμαστε  μέχρι που ζαλιζόμαστε και μέναμε ακίνητοι για ώρες,
  μιλώντας για  παντοτινή  αγάπη και την επόμενη συνάντηση μας εκεί...

 ΜΑΤΑΙΗ  ΠΡΟΣΜΟΝΗ  

       Πέντε  χρόνια  περίμενα   την συνάντηση μας  στο ίδιο λιβάδι με  τον
 αγαπημένο μου  Ορφέα κλαίγοντας , ώσπου μια μέρα δεν  μπορούσα
να  σταθώ διόλου όρθια μα ούτε και  να φύγω γιατί  ένιωθα  πως   με  κρατούσαν 
αόρατα τα χέρια του Ορφέα και κοίταζα τον  ουρανό, παρακαλώ σε Δία
φανέρωσε τον αγαπημένο μου να τον δω μια μονάχα  μια  στιγμή, και
να  γυρίσω στο σπίτι μου πριν  πιάσουν  τα απόσκια!

 Μάταια… ο Ορφέας δεν φαινόταν πουθενά!  Απογοητευμένη  και θλιμμένη
πήρα  τον  χωματόδρομο  που αύγαζε στο  χωριό μου: που ήταν χτισμένο
στους πρόποδες μιας βουνοκορυφής που ονομάζονταν  Αετοράχη.
Τα πορφυρά χρώματα του δειλινού σιγά, σιγά βυθίζονταν στα μαύρα νερά
της θάλασσας,  και θάμπωναν  τα πάντα  τριγύρω,  όπου  ρίγη άρχισαν να
διαπερνούν στο  το κορμί μου!

Τάχυνα τα βήματα μου και  έφτασα σ’  ένα πετρώδεις σημείο με πολλά
αγριόχορτα,  βούρλα και αγκάθια που γρατσούνιζαν τα γυμνά πόδια
μου. Ένα δάγκωμα ένιωσα στον αστράγαλο και κραύγασα σκύβοντας
να  δω το πόδι μου,  είδα  ένα μεγάλο γκριζοκίτρινο  φίδι,  που 
ο αείμνηστος παππούς  μου  το έλεγε  αστρίτη, να σέρνεται και να χώνεται 
κάτω από ένα   θάμνο.

Σφάδαζα από  πόνο, καθώς έδενα την πληγή του αιμόφυρτου ποδιού
μου  με το μαντίλι του  κεφαλιού μου, ένιωσα να με αλυσοδένουν
δυο αόρατα   στυγερά χέρια και να με τραβούν προς τα  πίσω! Κατάλαβα
πως  δεν  ηταν του Ορφέα  μου, γιατί με πονούσαν πολύ και ένιωσα
λιποθυμία και πως  σκοτείνιασαν τα πάντα!

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΑΝΑ

Ξύπνησα στο κρεβάτι μου και  είδα  την  μητέρα μου με τον τρόμο έκδηλο
στο ιερό ρυτιδωμένο από τον κάματο της ζωής στο χωριό, δουλεύοντας
 με λιοπύρια και παγετώνες σε κτήματα ηγεμόνων μεροκάματα   γιατί   χήρεψε
εικοσιτεσσέρων ετών μετά την γέννηση μου, που  ο πατέρας  μου  
σκοτώθηκε στον  πόλεμο να στεκετε  δίπλα μου  ρωτώντας με  πως  συνέβη…!

Παρόλο τον  αβάσταχτο πόνο στο πόδι μου  της διηγήθηκα τα γεγονότα,
και με άκουγε σιωπηλή με δάκρυα  στα μάτια της σκουπίζοντας τα με την
 ποδιά της  να μην τρέξουν στα μάγουλα της και τα δω! Λέγοντας μου  θυγατέρα
θα  πάω στον Ολυμπο στον ναό του ιατρού  Ιπποκράτη  να του γυρέψω  
βότανα να  βγάλουν το δηλητήριο από το πόδι σου και δεν θα αργήσω να γυρίσω….


Η  ΤΙΜΩΡΙΑ

Ο Ορφέας,  επέστρεψε  και αναζητούσε την Ευρυδίκη, πήγε στο λιβάδι
 που ήσαν μαζί για τελευταία φόρα  πριν πέντε  χρόνια,  παίζοντας
γλυκούς ρυθμούς  στην  λύρα του που άρεσαν στην αγαπημένη του:
ν΄ ακούσει και να έρθει να τον βρει, μα του κάκου
η Ευρυδίκη δεν φάνηκε!


Μια βροντερή  φωνή αντήχησε  σαν να βγαίνει  από τα τάρταρα
της γης  λέγοντας «Ορφέα μην  περιμένεις μάταια  την Ευρυδίκη:
δεν θα γυρίσει ποτέ, γιατί  άργησες  να περιμένει  να επιστρέψεις  κάθε μέρα
στον κάμπο που την άφησες για τελευταία φορά  χειμώνες καλοκαίρια.

Ένα απόγευμα που έσπερναν  τα απόσκια    ο  Χάρων μεταμορφώθηκε
 σε δηλητηριώδη  φίδι  και την δάγκωσε    στο πόδι, η Ευρυδίκη  λιποθύμησε από
τον πόνο και  την πίρε στον Άδη και την έκανε γυναίκα του ο Πλούτωνας!
 Μην  παίζεις μάταια  την λύρα σου!

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

 «Έχεις όμως μια ευκαιρία, αν  θέλεις να την δεις θα σε οδηγήσω
στο βασίλειο  των νεκρών, αλλά δεν  γυρίσεις να την κοιτάξεις 
στην  ακολουθία σας  για τον επάνω κόσμο».

Ο Ορφέας  παίζοντας  την  λύρα  του ακλούθησε την  φωνή
στο βασίλειο των νεκρών, σαν  έφτασε στην Πύλη του Άδει
 στέκονταν  το  ζευγάρι  Θησεύς και Πειρίθους που περίμεναν  ευκαιρία
να  κατέβουν  στον Άδει να ληστέψουν την Περσεφόνη, να την ανεβάσουν
στον απάνω κόσμο να την παραδώσουν στην μητέρα της Θεά Δήμητρα
 που την  ψάχνε  χρόνια!

 Οι δυο άνδρες σαν άκουσαν τους ήχους της λύρας παραμέρισαν  να περάσει
ο 'Ορφέας, σκεπτόμενοι πως ίσως να έφερνε αυτός την Περσεφόνη
απάνω στην γη. Πέρασε ο 'Ορφέας παίζοντας την λύρα  βάδιζε στο λυκόφως
 προς το Βασίλειο του Πλούταρχου. Πλήθος ψυχές μαζεύτηκαν τριγύρω  του
 και τον κοιτούσαν σαν μαρμαρωμένες! Και όσο έπαιζε τη λύρα  μαζευόταν
 και άλλες  ψυχές! Μαζί τους βρισκόταν ο  Κέρβερος και ο Χάρων
και εκστασιάστηκαν  στο άκουσμα της  λύρας!.

                                  Αφού και ο  Τάρταρος ξέχασε την  πείνα του, οι 'Ερινύες μαγεύτηκαν,                                   και οι δικαστές των νεκρών  κλαίγανε. Μόνο την Ευρυδίκη δεν έβλεπε
ο 'Ορφέας και  απογοητευμένος  σιγώ περπατούσε προς την
έξοδο  του Άδει. Κάποια στιγμή ένιωσε στον ώμο του ένα απαλό χάδι
 γυναικείου χεριού!

Συσπάστηκε η ψυχή του  και όλο το σύστημα  γιατί το χάδι  αυτό  ήταν
 της  Ευρυδίκης, και συνέχιζε να  περπατά παίζοντας  την λύρα  στην
σκοτεινή  σύριγγα για την έξοδο του… Η καρδιά του  φτερούγιζε  και
 η ψυχή του τον ταξίδευε στο λιβάδι με τις παπαρούνες  που συναντιόνταν
 τρία χρόνια  με  την αγαπημένη του Ευρυδίκη.

Στην ευδαιμονία του αυτή… λησμόνησε την  συμβουλή της φωνής από
 το υπέρ πέραν:  γύρισε και κοίταξε πίσω του  μήπως  είναι η αγαπημένη του!
 Μα  ματαία, το σκοτάδι ήταν πυκνό  σαν  πίσσα, και  κανένα   ήχος ζωής δεν
 άκουγε! Σταμάτησε να παίζει τη λύρα και βάδιζε με το κεφάλι σκυφτό.


ΕΙΚΑΣΙΕΣ

Ανέβηκε χιλιάδες σκαλοπάτια: μονολογώντας  με πικρία: «Ο Διόνυσος
 είχε φέρει από τον Άδη στον απάνω κόσμο  την μάνα του  Σεμέλη.
Και ο Ηρακλής τον Κέρβερο  και  εγώ  δεν  κατάφερα να φέρω
 την αγαπημένη μου  Ευρυδίκη! Και  ανακλήθηκε στο βασίλειο των νεκρών,
και αιτία  ήμουν εγώ  που  ήθελα να κατακτήσω όλες  τις μορσικές του κόσμου».

Μονολογούσε συνεχώς θλιμμένος μέρα και νύχτα τριγύριζε στους  δρόμους,
 και όποιος το άκουγε τον έλεγε τρελό. Μα εκείνος δεν άκουγε τίποτα και κανέναν,
γιατί  συλλογιζόταν την Ευρυδίκη στο παλάτι,  στον όντα και στην  αγκαλιά
 του Πλούτωνα και η  ζηλια και  θυμός  έτρωγαν τα φυλλοκάρδια του και έλεγε:

«Ο  Χάρων επίτηδες έριξε  μαύρο πυκνό σκοτάδι στον Άδη για να μην
 ιδεί  ποιο ήταν το χέρι που χάιδευε τον ώμο μου, ξέροντας πως  από
την αγωνία μου  θα παραβίαζα  την διαταγή  του και θα  εξαφανίζει
 την Ευρυδίκη μου!»

ΑΠΟΡΙΕΣ

Γιατί άραγε  ταξίδευε τρία  χρόνια; Μήπως για να επιστρέψει πιό
 σοφός και  καλλιεργημένος στην ποίηση,   για να εμπλουτίσει την μουσική
του με νεώτερους ήχους; Και γιατί κοίταξε πίσω του… δεν της  είχε 
                                 εμπιστοσύνη; Όχι  βέβαια. Μα δεν είχε εμπιστοσύνη στην υποκρισία και                              διπλωματικές διαταγές που του είχε επιβάλει ο  Χάρος,  γιατί τον θεωρούσε
αντίζηλος του.

Και έτσι απογοητευμένος Ο 'Ορφέας   άρχισε πάλι να   παίζει  την λύρα
του, άλλοτε  λυπημένες και άλλοτε με  χαρούμενες νότες σκεπτόμενος  πως
ίσως  να ακούσει και  να χαίρεται  η αγαπημένη και αναντικατάστατη
 με Ευρυδίκη του σε στίχους που  έλεγαν πονεμένα:

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

 «Αγαπημένη μου  Ευρυδίκη σε κουβαλάω  στην ψυχή μου, στο είναι και
στο σύστημα μου, κυλάς στις φλέβες μου, εμπνέεις στίχους αγάπης και
οργής στην μουσική μου και η εικόνα  της αγαλμάτινης κορμοστασιάς σου, η
ελαφριά περπατησιά σου, το θειο σου χαμόγελο και η γλυκιά απαλή  φωνή σου
συντροφεύεις την άχαρι ζωή μου παίζοντας  την λύρα  για σένα, μέσα από εσένα
 εφόρου ζωής!


ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Μια ΒΡΟΝΤΕΡΗ  φωνή ακούστηκε τρεις φορές  και τραντάχτηκε 
 Ο πλανήτης γη,  ο Ορφέας  και το  Σύμπαν. «ΕΙΜΑΙ  ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»
*
Κείμενο  της Ελένης  Φωτοπούλου  Ρέτση με  απόψεις  της συνυφασμένες
αποσπασματικά με την Ελληνική Μυθολογία  του Κ. Κερένυϊ
 σλ. 511.
Το  άνω έργο έχει γραφτεί  -  3 - Μάη - 1974.
Και διασκευαστεί  από την  συγγραφέα του  
 6 - Νοεμβρίου - 2011, Σύδνεη.



Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΞΕΝΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
25-05-2012

   

                         Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΞΕΝΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

                             
Αύριο στις 26 Μαίου ημέρα Σάββατο και ώρα 5 μ.μ. η Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών θα υποδεχθεί στο Γραφείο της, Χλόης 9 Νέο Ηράκλειο, την εκλεκτή συγγραφέα και ποιήτρια από την Αυστραλία κα Γεωργία Ξενοφού, γνωστή κι από τον διαπρεπή Γερουσιαστή γιο της, Ξενοφό. Η Πρόεδρος Χρυσούλα Βαρβέρη – Βάρρα θα της απονείμει Χρυσό Μετάλλιο και Ιστορικό δίπλωμα της ΔΕΕΛ για τη μεγάλη προσφορά της στα γράμματα.










                                                        Με εκτίμηση
                 Η Πρόεδρος                                  Το  Δ.Σ.                                    Η Γραμματέας         
       Χρυσ.  Βαρβέρη – Βάρρα                                                              Αικ. Βλαχοπαναγιώτου-
                                                                               Μπατάλια
                                   
                          
Ο Αντιπρόεδρος     
                                                                                                                                                                                                                                 Νικ. Μαυροκέφαλος               

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

90 ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

ΜΕΓΑΛΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΒΑΡΒΕΡΗ – ΒΑΡΡΑ ετοιμάζει η Διεθνής Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στις 7 Ιουνίου 2012 ημέρα Πέμπτη και ώρα 6-8.30 μ.μ. στην φιλότεχνη Αίθουσα της ΔΕΕΛ στον χώρο στον οποίο οργάνωσε Πολιτιστικές Ολυμπιάδες, Γιορτές Ποιητών, Παρουσιάσεις Προσωπικοτήτων, Επιστημόνων, Καλλιτεχνών και με τους αγώνες της έχει προσφέρει χαρές και τιμές στη Διανόηση της Ελληνικής Διασποράς.
Η ΔΕΕΛ, μέσω του ΥΠΠΟΤ, από το 2010 αναγνωρίζεται διεθνώς ως Πολιτιστικός Φορέας.
Πολλές εκδηλώσεις ετοιμάζει και  η ιδιαίτερη Πατρίδα της, η Νίκαια. Ο Δήμος Νίκαιας και η Ένωση Μικρασιατών Νίκαιας αφιερώνουν όλο το έτος “ 2012” στα 90 Χρόνια Μικρασιατικής Καταστροφής.
          Η Χρυσούλα Βαρβέρη – Βάρρα γεννήθηκε στη Νίκαια από γονείς που βίωσαν δύο φορές την προσφυγιά σε ηλικία 7 και 10 ετών νήπια, που όμως κράτησαν δυνατές τις μνήμες τους σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία. Όπως όλοι οι πρόσφυγες το 1922 υπέφεραν, διώχτηκαν και πείνασαν, έτσι και οι παππούδες και οι γιαγιάδες της με τα παιδιά τους πόνεσαν, άφησαν τις περιουσίες τους, τις δουλειές τους, τις όμορφες Πατρίδες τους για να βιώσουν τον μεγαλύτερο πόνο και τη μεγάλη φτώχια. Έχει γράψει πολλά ποιήματα για την προσφυγιά η Νικαιώτισσα Λογοτέχνιδα, Ιδρύτρια και Πρόεδρος της ΔΕΕΛ Χρυσούλα Βαρβέρη – Βάρρα. Η Νίκαια την αγάπησε και έγραψαν για αυτήν οι εφημερίδες του Πειραιά και της Νίκαιας, ιδιαίτερα για το νεαρό της ηλικίας της. Από 12 ετών ήταν γνωστή στη Νίκαια τη δεκαετία του 1960. Πρόσφατα η Μητρόπολη Νίκαιας έγραψε την Ιστορία της Προσφυγούπολης (βιβλίο 1900 σελ.) Πως δημιουργήθηκε η πόλη, ποιες οι σημαντικές προσωπικότητες της Νίκαιας από τον Χώρο της Επιστήμης, των Γραμμάτων και των Τεχνών. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται ως κορυφαία ποιήτρια της Νίκαιας, η πρώτη στη σειρά με πολλά επαινετικά λόγια για το έργο της.
Στα πλαίσια της εκδήλωσης θα απαγγείλουν ποίηση της πολλοί Λογοτέχνες.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

ΒΡΑΒΕΙΟ “ΜΠΙΑΝΚΑ ΡΩΜΑΙΟΥ”

H Πρόεδρος της ΔΕΕΛ κ. Χυσούλα Βαρβέρη –Βάρρα στις 10 Μαίου 2012, ημέρα Πέμπτη και ώρα 07:00 μ.μ. προς τιμή της  Λογοτέχνιδος  Μπιάνκα Ρωμαίου  τίμησε με βραβείο αφιερωμένο στο έργο της  δύο μεγάλες Ζωγράφους:
 την ΑΔΑΜΑΝΤΙΑ ΛΑΔΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ από τον Πύργο Ηλείας και
 την ΣΟΦΙΑ ΠΑΤΟΥΧΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ από την Πάτρα
 για την μεγάλη τους Προσφορά τους στην Τέχνη.